Το πολιτικό παιχνίδι παίζεται στην κοινωνική βάση
 
Σάββατο, 25 Νοεμβρίου
αρχική σελίδα | σημειώματα | άρθρα | σχόλια | παρουσιάσεις | όλα τα κείμενα
ΑΡΘΡΟ

Το άρθρο δεν υπαρχει σε αρχείο τύπου file.pdf


εκκλησία
Χριστιανισμός
σχίσμα
κράτος και εκκλησία
Το νέο σχίσμα
του Τάσσου Τάντση Τετάρτη, 5 Μαϊου 2004
 
 

Το γεγονός ότι η ιστορία, αν ειδωθεί ως μία συρροή από επαναλαμβανόμενα μοτίβα, παρουσιάζει κατά καιρούς επαναλήψεις έχει σημειωθεί από τις αρχές της ιστοριογραφίας. Πολύ νωρίς έγινε επίσης η διαπίστωση ότι σε κάθε επανάληψη η χροιά των γεγονότων είναι διαφορετική και πάντα παλαιότερα εμφανίζεται πιο κοντά στο δράμα ενώ σε νεώτερες επαναλήψεις του το δράμα γίνεται κωμωδία. Επισήμανση που έχει να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε όμως την ιστορία γενικότερα, με μεγαλύτερη ευλάβεια για το παρελθόν (για άγνωστο λόγο) ενώ τείνουμε να απαξιώνουμε τον παρόν.

Αυτού του είδους η εξέταση είναι μία ακόμη γενίκευση και απλοποίηση των στοιχείων αλλά σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί απλώς για να υποδείξει αναλογίες και να προτείνει εναλλακτικές αναγνώσεις της παρούσας πραγματικότητας

Η κρίση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας έχει παρουσιαστεί με πολλούς τρόπους από πολλούς αυτόκλητους και ετερόκλητους σχολιαστές. Οι περισσότεροι συμφωνούν στη διαπίστωση ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ζήτημα το οποίο δεν είναι δυνατόν να αναλυθεί στα πλαίσια του πάντα περιορισμένου τηλεοπτικού χρόνου (σε όλα τα μέσα ενημέρωσης έντυπα και ηλεκτρονικά). Πέρα από αυτό χωρίζονται με υπερβολική άνεση σε τρία στρατόπεδα, τα δύο πρώτα τοποθετούνται στο πλευρό μίας εκ των δύο πλευρών και το τρίτο, που συνήθως αδιαφορεί για τις εξελίξεις, προτείνει εναλλακτικές αναγνώσεις του θέματος με όρους κοινωνικής πολιτικής και οικονομικής ανάλυσης.

Αυτό που λείπει (σε ποιόν;) είναι μία ανάλυση των γεγονότων που να βλέπει με συμπάθεια την εκκλησία και να προσπαθεί να εξηγήσει ζητήματα που βρίσκονται στο περιθώριο των γενόμενων αναλύσεων.

Το μεγαλύτερο μέρος των «νέων χωρών» υπήρξε αντικείμενο αντεγκλήσεων από παλαιά. Η σημαντικότερη από άποψη συνεπειών έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της περίφημης εικονομαχίας. Την εποχή αυτή στο θρόνο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως βρισκόταν «εικονομάχος» πατριάρχης, οπότε σύμφωνα με τη σημερινή αντίληψη περί εικονομαχίας ένας αιρετικός, ενώ ο Πάπας Ρώμης δεν θεωρούνταν ακόμη αιρετικός αφού δεν είχε γίνει το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αυτή την περίοδο το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης απέσπασε από τον Πάπα Ρώμης τη διοίκηση μεγάλου μέρους περιοχών, τμήμα των οποίων είναι οι σημερινές «νέες χώρες». Το γεγονός απετέλεσε την πρώτη αφορμή για ανταλλαγές «αναθεμάτων» μεταξύ των δύο θρόνων και ήταν η αρχή για το σχίσμα. Οι απεσπασμένες πραξικοπηματικά επαρχίες φυσικά δεν επιστράφηκαν ούτε και όταν αποκαταστάθηκε η ορθοδοξία στον θρόνο της βασιλεύουσας. Αργότερα βέβαια είπαν ότι το σχίσμα ήταν μία βαθιά θεολογική κρίση μεταξύ δύο διαφορετικών κοσμοθεωριών που οδηγούσαν σε διαφορετικές απόψεις για το δόγμα οι οποίες εμπόδιζαν την καλή επικοινωνία με το Θεό τουλάχιστον για την πλευρά που είχε το σφάλμα . Έτσι οι μεν αποκάλεσαν τους δε αιρετικούς

Στην σημερινή περίπτωση η λέξη σχίσμα ακούγεται σε κάποιες αναλύσεις αλλά μέχρι στιγμής κανείς δεν τόλμησε να διακρίνει έστω και το παραμικρό ίχνος δογματικής διαφοράς αν και σίγουρα το δίλημμα «εκκλησιαστικοί κανόνες ή εθνικό δίκαιο;» θα επενδυθεί σύντομα με πνευματικό και συνεπώς δογματικό μανδύα προκειμένου να αναγνωριστεί στην διένεξη και κάποιο φιλοσοφικό περιεχόμενο ταυτόσημο με το μεγάλο ζήτημα του διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας. Αυτό θα είναι και το κυρίαρχο θέμα στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

Αυτό που άθελα αποκαλύπτεται σε πλήρη θέα (γίνεται τόσο εμφανές που σχεδόν κανένας δεν το βλέπει) είναι το γεγονός ότι ούτως ή άλλως το σχίσμα, αυτό (διότι περί αυτού πρόκειται) αλλά και όλα όσα έχουν γίνει και όλα όσα θα γίνουν από εδώ και πέρα, έχουν αφορμές και αιτίες που σπάνια είναι αμιγώς δογματικές. Ακόμη και όταν είναι, αυτό που μετράει είναι εν τέλει η αλλαγή των ορίων επιρροής που επιφέρουν. Οι άνθρωποι αυτοί (οι προκαθήμενοι) αν και είναι στην θέση να διαχειριστούν κάτι πνευματικό, όπως η παροχή ενός παραδείγματος προς μίμηση, καταφέρνουν να αποτελέσουν παράδειγμα διεκδίκησης του δικαίου και της αλήθειας αλλά με όρους αμφίβολης ποιότητας. Τα όρια επιρροής ταυτίζονται περισσότερο με στοιχεία δύναμης παρά με την αγωνία για ορθότερη ποίμανση των εν λόγω περιοχών και των κατοίκων τους. Διάφορες ευαγγελικές αναφορές θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφορμή υποστήριξης αυτής της θέσης αλλά δεν είναι αναγκαίο να αναφερθούν.

Η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδας προσπαθεί να πραγματώσει την πληρότητα της αυτοκεφαλίας της και σκοντάφτει σε ένα από τα μέχρι πρότινος θεωρούμενα ατού της: το γεγονός ότι προέρχεται από την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Βέβαια το γεγονός αυτό καθεαυτό αν εξετασθεί σε βάθος θα δούμε ότι δεν είναι παρά κάτι που μόνο επίκτητη σημασία έχει και συνδέεται με το μεγαλείο του Βυζαντίου κλπ κλπ. Αλλά και η Κωνσταντινούπολη έχοντας μεσουρανήσει ως «νέα Ρώμη» δεν έχει παρά μία επιπλέον αξία η οποία προήλθε από τη συγγένεια με το μεγαλείο της αιώνιας πόλης. Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης είναι σημαντικό γιατί η ελλαδική εκκλησία θέλησε να το εξυψώσει και να εξυψώσει μαζί τον εαυτό της ως κόρη αυτού αλλά ως κόρη που απολαμβάνει μόνο το προνόμιο της υψηλής καταγωγής χωρίς καμία από τις υποχρεώσεις προς την μητέρα κλπ κλπ. Από την άλλη το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληρώνει το γεγονός ότι πόνταρε στο ενδιαφέρον της πλέον ελληνορθόδοξης κοινότητας τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό όπου υπάρχουν έλληνες μετανάστες και τους ποιμαίνει. (Πολλά μπορούν να ειπωθούν σε αυτό το σημείο για τους διαχωρισμούς μεταξύ των ορθόδοξων πατριαρχείων στη διασπορά αλλά γεγονός είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ποιμαίνει στο εξωτερικό ανθρώπους ως επί το πλείστον προερχόμενους τόσο από τις νέες όσο και τις παλαιότερες χώρες της ελληνικής επικράτειας).

Και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο και οι δύο έχουν άδικο, εξαρτάται σε κάθε περίπτωση από τον άνθρωπο που εξετάζει το θέμα και που γέρνει την πλάστιγγα της συμπάθειάς του, συνήθως όχι χωρίς κάποια υστεροβουλία. Αλλά και οι δύο προκαθήμενοι κάνουν κάποια μικρά σφάλματα στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το ζήτημα. Ο κ. Χριστόδουλος πέφτει σε αντιφατικές δηλώσεις, τόσο για την αξία του Πατριαρχείου όσο και για την «αγάπη», την «ταπείνωση» και τη «συγχώρεση» κλπ κλπ. Από την άλλη ο κ. Βαρθολομαίος αποδίδει ευθύνη στην φιλοδοξία του κ. Χριστόδουλου αλλά κάνει τα αδύνατα δυνατά για την υποστηρίξει. Απομονώνοντάς τον ως κύριο αίτιο από το υπόλοιπο σώμα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας παραδέχεται άθελά του ορισμένα πράγματα: πρώτον την αδιαμφισβήτητη λειτουργία του Αρχιεπισκόπου ως πατριάρχη σε μία εκκλησία που θέλει να λέγεται συνοδική αλλά φιλοδοξεί να γίνει πατριαρχείο, αναγνωρίζει την αδυναμία του συνοδικού συστήματος το οποίο λειτουργεί με παράδοξα αποτελέσματα (στις τελευταίες επίμαχες εκλογές για νέους αρχιερείς ψήφισαν αρχιερείς που κατ αρχήν διαφωνούσαν με την διεξαγωγή των εκλογών!) και το γεγονός ότι θέλει να εκμεταλλευτεί τη δυσαρέσκεια που έχει προξενήσει ο κ. Χριστόδουλος τόσο μεταξύ κάποιων αρχιερέων όσο και μέρος του κόσμου και φυσικά ότι αν επέπληττε την Σύνοδο στο σύνολό της θα συμπεριλάμβανε και αρχιερείς από τους οποίους περιμένει κάτι κλπ κλπ.

Θα αρκούσε να πει κανείς ότι στο πλαίσιο που η κοινή γνώμη ενδιαφέρεται μόνο για τις κρίσεις και τα δράματα, για τους πολέμους και τις διαφωνίες, αλλά και για την κινδυνολογία που μπορεί να τις συνοδεύσει μέχρι την επίλυσή τους, και οι δύο προκαθήμενοι επωφελούνται από κοινού προκειμένου να διατηρήσουν εαυτούς και αλλήλους καθώς και την εκκλησία και την περί αυτής συζήτηση ζωντανή με κάθε μέσο. Αυτό θα μπορούσε να κριθεί έως και θεμιτό. Τα περί σκανδαλισμού του ποιμνίου δεν ευσταθούν αφού το ποίμνιο μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποδείξει ότι έχει πολύ μεγαλύτερες αντοχές και δεν επηρεάζεται και τόσο εύκολα ούτε καν από τα θαύματα, πόσο μάλλον από τα δράματα. Αλλά διαφαίνεται ότι υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο από αυτό πίσω από την περίεργη συμπεριφορά και των δύο πλευρών. Στο τέλος όταν η κατάσταση θα έχει παγιωθεί ξανά και καταμετρήσουμε τα συν και τα πλην που αποκόμισε κάθε πλευρά τότε σίγουρα θα δούμε ότι η διαφωνία ήταν στην πραγματικότητα μία (περίεργη) συνεργασία. Αλλά αυτό δεν είναι παρά μία προφητεία.

 

ΣΕΛΙΔΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ: ΤΟΠΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ