Το πολιτικό παιχνίδι παίζεται στην κοινωνική βάση
 
Τρίτη, 21 Νοεμβρίου
αρχική σελίδα | σημειώματα | άρθρα | σχόλια | παρουσιάσεις | όλα τα κείμενα
ΑΡΘΡΟ

Το άρθρο δεν υπαρχει σε αρχείο τύπου file.pdf


εξουσία
Στάλιν
Κρίση
Μισέλ Φουκώ
Σοσιαλισμός
Ναζισμός
Πτώση του Τείχους
Ανάμεσα στο Κόκκινο και το Μαύρο
του Χάρη Πεϊτσίνη Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2005
 
 

Είτε χαρακτηρίζουμε όσα είδαμε τους τελευταίους μήνες στην Ελλάδα ως (αυτόνομη) οικονομική κρίση με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, είτε τα θεωρήσουμε πτυχή της παγκόσμιας κρίσης που διέρχεται αυτήν την εποχή η καθεστηκυία εξουσία, είτε πάλι τα αντικρίσουμε ως κορύφωση μιας διαρκούς κρίσης που διέρχεται συλλήβδην το καπιταλιστικό σύστημα θα πρέπει να δεχτούμε τουλάχιστο ότι αυτή η εποχή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σε γεγονότα καθώς οι δομικές δυσλειτουργίες του συστήματος αναδύονται στην επιφάνεια με τρόπο επιτακτικό. Το ερώτημα λοιπόν που σε τελευταία ανάλυση προκύπτει είναι αν η παρούσα όξυνση των αντιφάσεων του συστήματος θα καταλήξει στην άμεση κατάρρευση του ή "απλά" θα επιβαρύνει κι άλλο τον τρεμάμενο κορμό του. Στη δεύτερη περίπτωση ακόμα κι αν πιστεύουμε στην «τελική καταστροφή κάθε εξουσίας», θα πρέπει αδιαμφισβήτητα να τη μεταθέσουμε σ' έναν απροσδιόριστο χρόνο. Αλλά τότε οφείλουμε να απαντήσουμε... η παρούσα κρίση ή έστω η συγκεκριμένη όξυνση της διαρκούς κρίση θα καταλήξει κάπου (στο άμεσο μέλλον), θα κοπάσει ή είναι κι αυτή διαρκής ως προς την ένταση και την ορμή της; Σε τι συνίσταται; Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές της; Σε ποιες πτυχές του κοινωνικού απλώνεται; Φυσικά οι απαντήσεις που θα δώσουμε καθρεφτίζουν απαραίτητα τη γενική άποψη μας πάνω στο ζήτημα της εξουσίας. Αλλά δεν την καλύπτουν παρά μόνο μερικά. Το σημαντικό όμως σε μια διαφωνία επί αυτών των ζητημάτων είναι να ξεκαθαριστεί εκ των προτέρων το προφανές, ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις πηγάζουν από διαφορετικές θεωρητικές βάσεις που δεν είναι απαραίτητο να έχουν οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους (ούτε την παραμικρή), χωρίς να παύουν όμως να διατηρούν τον τίτλο της «θεωρητικής βάσης».

Εφόσον λοιπόν αποφασίσουμε να θεωρήσουμε το ζήτημα μακροσκοπικά θα πρέπει να εντάξουμε την ανάλυση της παρούσας κρίσης στο μωσαϊκό της συνολικής άποψης μας, και από σκοπό να τη μετατρέψουμε σε μέσο για την επιβεβαίωση της (της άποψης). Δεν υποτιμώ βέβαια ούτε στιγμή την αναγκαιότητα αυτής της σύνδεσης του "μερικού" με τα νήματα της γενίκευσης , δηλαδή της τοποθέτησης του σ' ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο. Αυτό άλλωστε επιχείρησα να κάνω με τα αυτόνομα γεγονότα, συνδέοντας τα σ' έναν ενιαίο νοηματικό ιστό. Αλλά ο προβληματισμός μου στη συγκεκριμένη συζήτηση οφείλεται στο ότι παραδόξως μια απόπειρα μεταφοράς ολόκληρης της βάσης του διαλόγου από το ειδικό στο γενικό εκ μέρους του Κωστή υποτίθεται πως γίνεται με ένα «μεταβατικό» κείμενο που δεν είναι καθόλου μεταβατικό, αλλά αφορά ακόμα και στο θεωρητικό του σκέλος την «ελληνική περίπτωση». Αντί λοιπόν μιας σαφούς και ξεκάθαρης πρότασης για αμοιβαία παρουσίαση των φιλοσοφικών μας απόψεων περί εξουσίας, στο συζητούμενο άρθρο διαβάζουμε μια σειρά από πολύ συγκεκριμένες ερωτήσεις, πότε κατά τη γνώμη μου «άρχισε» η ελληνική κρίση (ή τέλος πάντων η όξυνση της διαρκούς κρίσης αναλόγως της οπτικής) , αν μπορεί να επηρεαστεί η τροχιά της από τις πολιτικές των (Ελλήνων) κυβερνώντων , αν μπορεί να προκαλέσει κάποια ενδεχόμενη σύγκρουση ανάμεσα στην επίσημη και την ανεπίσημη εξουσία, τι εννοώ γενικά λέγοντας πολιτική κρίση κ.ο.κ.. Εξυπακούεται φαντάζομαι ότι οι απαντήσεις όσο εκτεταμένες κι αν ήταν δε θα μπορούσαν να καλύψουν παρά μόνο ένα μέρος της γενικής άποψης μου περί εξουσίας. Είναι άλλωστε πασιφανές ότι τα ερωτήματα καθ' εαυτά δεν υποδηλώνουν κάποιας μορφής πρόκληση για σφαιρική ανάλυση αλλά περιορίζουν εκ των προτέρων την συζήτηση σε συγκεκριμένους τομείς. Όχι απλά δε με «υποχρέωσαν» να φωτίσω τη θεωρητική μου βάση αλλά κατά κάποιο τρόπο με εμπόδισαν να το κάνω. Η ανταπάντηση του Κωστή από την άλλη ήταν ένα μείγμα μιας εκτεταμένης παρουσίασης της γνωστής άποψης του περί τελικής καταστροφής της παγκόσμιας εξουσίας και κατηγοριών εναντίον μου επειδή τάχα απέφυγα να «διευκρινίσω» την δική μου φιλοσοφική άποψη περί εξουσίας (ενώ μάλιστα απάντησα στις ερωτήσεις του και μάλιστα κατά τη σειρά που τέθηκαν). Στην πραγματικότητα βέβαια όπως φαίνεται ξεκάθαρα, ο Κωστής ήταν αυτός που παρέκκλινε απροειδοποίητα από τη συζήτηση μας, κακίζοντας με μάλιστα που δεν ακολούθησα την ίδια πορεία. Μα πώς ήταν δυνατό να το κάνω αφού τέτοια «διευκρίνηση» ουδέποτε μου ζητήθηκε! Στο πιο πρόσφατο κείμενο του μάλιστα επαναλαμβάνει ακούραστα ότι το συγκεκριμένο άρθρο μου αναλώθηκε σε μια ανασκευή των απόψεων του...Με αναγκάζει έτσι να επαναλάβω ότι με τις εκτεθείσες απόψεις του ασχολήθηκα (υπό μορφή μάλιστα απλώς διευκρινιστικών ερωτήσεων) σε 2-3 παραγράφους επί κειμένου συνολικής έκτασης 6 σελίδων!

Στο τελευταίο γραπτό του Κωστή αποκρυσταλλώνεται η πολιτική του θέση και μάλιστα με τρόπο άμεσο, αποπειράται δε ο ίδιος να τοποθετήσει τη δική μου στο ακριβώς αντίθετο άκρο του πολιτικού στερεώματος. Αλλά η αντιπαράθεση που επιζητεί αχρηστεύεται στην πράξη, με τον τρόπο που αντιμετωπίζει την άποψη μου. Συγκεκριμένα αν μπορούμε να εξάγουμε ένα συμπέρασμα από όλα τα κείμενα του Κωστή που σχολιάζουν τα γραπτά μου, είναι ότι δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με αυτά που λέω, αλλά με αυτά που "δε" λέω. Ενώ λ.χ. επισημαίνω ότι κάθε συλλογικότητα για χάρη της επιβίωσης της επιβάλλει κάποιου είδους συντονισμό και πειθαρχία στα μεμονωμένα μέλη της, ότι η παραβίαση των στοιχειωδών κανόνων που αφορούν τα παραπάνω οδηγεί σε ποινές, ότι κάποιοι καλούνται να τις επιβάλλουν, ότι συνολικά αυτή η κατάσταση «είναι» εξουσία σε μια της τουλάχιστον μορφή (που εμπεριέχει δυνητικά αρκετές άλλες) και είναι αναπόφευκτη για κάθε κοινωνία προσώπων, ο Κωστής συμπεραίνει ότι η εξουσία κατ' εμέ και συγκεκριμένα το παρόν εξουσιαστικό πλαίσιο είναι δίχως προηγούμενο καλό και αγαπητό στους εξουσιαζόμενους. Κάπως έτσι μια ιστορική επισήμανση βαφτίζεται ομολογία πίστης στο παρόν εξουσιαστικό σύστημα. Μα επιτέλους, το πρόβλημα της θεσμισμένης εξουσίας στο παρόν κοινωνικό πλαίσιο είναι ακριβώς αυτό, ότι δεν επιδιώκει τίποτα άλλο παρά μόνο τη διαιώνιση της! Μέσα από αυτό το πρίσμα η εκ μέρους της επιβολή συγκεκριμένων πειθαρχιών, και συντονισμών δεν αποσκοπούν καθόλου «στη διατήρηση της κοινωνίας προσώπων», την πρωτογενή δηλαδή ανάγκη που γέννησε την εξουσία της συγκροτημένης κοινωνίας αλλά στην επιβίωση συγκεκριμένων μορφών εξουσίας που υπέρκεινται αν δεν έχουν αποκοπεί τελείως από το κοινωνικό σώμα και την όψιμη εξέλιξη του!

Σ' αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ενταχτεί και η παραφιλολογία της κυβερνητικής αστάθειας που μου έχει καταλογιστεί τόσες φορές από τον Κωστή ώστε πια θεωρεί δεδομένο πως είναι δική μου άποψη. Κι όμως του θυμίζω πως η «άποψη» τούτη συμπυκνώνει την - κατ αυτόν πάντα - οπτική των υποτιθέμενων «απολογητών της εξουσίας», πως τη διατύπωσε ο ίδιος σε κάποιο άρθρο του ρωτώντας με ευθέως αν την συμμερίζομαι, πως την απέρριψα κατηγορηματικά και πως φυσικά ουδέποτε αναφέρθηκε από μένα, ούτε ως υπόνοια! Ο Κωστής παρ όλα αυτά επιμένει να συλλαμβάνει όσα «υπονοούνται» στα κείμενα μου, να διαβάζει «πίσω» από τις γραμμές, να εντοπίζει τις «πραγματικές» μου απόψεις που δεν παραδέχομαι - αν και θα όφειλα - ούτε στον «εαυτό μου» ούτε «στους άλλους». Τι σημασία έχουν τα γραπτά μου, οι ήδη διατυπωμένες θέσεις, όταν αυτό που μετρά για τον Κωστή είναι το «άλλο» που τάχα πλανιέται από πάνω τους. Λίγες αναφορές στην «αστική αντίληψη για την εξουσία» και την εχθρότητα μου στο «διαφορετικό» είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα για να πλαστεί ένα μόρφωμα που καμία σχέση δεν έχει με μένα ή τις θέσεις μου, αλλά μ' αυτό που ο Κωστής πιστεύει ότι «πρέπει» να αντιπαρατεθεί στις δικές του! (έμφυτη καλοσύνη της «αιώνιας» εξουσίας + ο σημερινός «καλύτερος δυνατός κόσμος» + κυβέρνηση και κοινωνία, μια «γροθιά» = φασισμός!) Όσο κι αν προσπαθήσω, δε θα βρεθεί λύση σ αυτό το δομικό σφάλμα του διαλόγου μας, αν εκείνος δεν αποφασίσει να ρίξει μια ματιά στην άποψη μου, να αντιπαρατεθεί σ αυτήν και όχι στις προδιατυπωμένες φόρμουλες «των απολογητών της εξουσίας»...

Μέσα στο κείμενο του ο Κωστής αφήνει εξόφθαλμα να εννοηθεί ότι η αντίδραση μου στις καθαρά θεωρητικές διαφορές μας είναι ο «θυμός και η έκπληξη» μου γιατί εκείνος τάχα δεν κατανοεί όσα για μένα είναι αυτονόητα. Καταρχάς αν θεωρούσα τις απόψεις μου «αυτονόητες» δε θα έμπαινα καν στον κόπο να τις συζητήσω και να εκφέρω επιχειρήματα υπέρ τους. Ο δε θυμός και η προσωπική εμπάθεια είναι πολύ αξιοκαταφρόνητα αισθήματα για να χωρέσουν σε μια τόσο σημαντική συζήτηση που αφορά σε τελική ανάλυση το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας. Εκτός από εξευτελιστικά είναι και ψυχοφθόρα. Προσωπικά δε με αγγίζουν καθόλου όπως πιστεύω ότι έχω δείξει με το ύφος μου σε όλα τα προηγούμενα κείμενα. Αλλά η αυστηρή κριτική γεννά σε πολλούς ανθρώπους την άποψη ότι τάχα οφείλεται όχι σε μια αντικειμενική διαφωνία αλλά σε θυμούς και μίση. Ακόμη και ο Φρόιντ απέρριπτε αυτές τις φτηνές ψυχολογίστικες ερμηνείες. Όπως και να χει ελπίζω αυτή να είναι η τελευταία φορά που συζητάμε για τέτοια θέματα λησμονώντας την ουσία της συζήτησης.

Όμως αυτή η υποτιθέμενη «παρερμηνεία» του κριτικού μου σχολιασμού δεν είναι παρά μία εκδοχή για την ξαφνική ανάμειξη τέτοιου είδους σχολίων στη συζήτηση μας. Αν δούμε συνολικά το κείμενο του Κωστή, θα παρατηρήσουμε ότι όλο το νόημα του περιστρέφεται γύρω από έναν πολύ συγκεκριμένο άξονα σκέψης που συμπυκνώνεται στην φράση: «το ζήτημα είναι αν η άποψη του Χάρη» είναι η κριτική συνέχεια της φασιστικής άποψης». Μέσα από αυτό το πρίσμα ο «θυμός» μου και η «έκπληξη» μου «γιατί τάχα δεν καταλαβαίνει ο "άλλος" αυτό που είναι αυτονόητα» (δώστε βάση στις πολιτικές προεκτάσεις αυτής της φράσης) δε μπορεί παρά να συναποτελούν υποτιθέμενες ενδείξεις που αποδεικνύουν «περίτρανα» την αλήθεια του παραπάνω συλλογιστικού άξονα...

Πέρασαν μονάχα 15 χρόνια από τότε που τυπικά το «σοσιαλιστικό» κράτος της Σοβιετικής Ένωσης άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια του «μισητού» καπιταλισμού. Και άλλα 30 χρόνια από τότε που ο τελευταίος ευρωπαϊκός φασισμός στην Φρανκική Ισπανία αντικαταστάθηκε δια της ειρηνικής οδού από τη βασιλευόμενη δημοκρατία. Κάπως έτσι, και αρκετά «άδοξα» για τους επιζώντες οπαδούς τους οι εξουσιαστικές εκφράσεις των πιο ισχυρών ολοκληρωτικών κινημάτων του 20ου αιώνα πέρασαν οριστικά και αμετάκλητα στην ιστορία. Αλλά τα φαντάσματα τους φαίνεται να στοιχειώνουν ακόμα τη συλλογική συνείδηση της ανθρωπότητας.

Ο σταλινισμός και ο φασισμός βέβαια αντίθετα με όσα ισχυρίζονται οι υποστηρικτές τους στην πραγματικότητα δεν είχαν και τόσες διαφορές. Αντιπροσώπευαν και οι δύο μια εποχή κοινωνικής αντίδρασης που εκμηδένιζε τις επιτυχίες των προοδευτικών δυνάμεων του ανθρώπινου γένους και δυνάμωνε τα στοιχεία εκείνα του ιστορικού παρελθόντος που οι επαναστάσεις χτύπησαν αλλά δεν μπόρεσαν να συντρίψουν. Ήταν συνέχειες του ιστορικού κράτους, η πιο αποκρουστική καρικατούρα του και η πιο τρομερή του γκριμάτσα. Πλάι στο «γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα» και πριν από αυτό στάθηκε επαξίως το :

«Τον ήλιο μας τον χαρίζει ο Στάλιν μας
Και την ευτυχισμένη μας ζωή πάλι ο Στάλιν μας την χαρίζει
Ω πάνσοφε! Μεγαλοφυΐα της μεγαλοφυΐας
Ήλιε των εργατών, ήλιε των χωρικών, ήλιε του κόσμου!»
(Alexis Tolstoy)

Είχαμε λοιπόν έναν σταλινισμό που σε πρακτικό επίπεδο κατέστρεψε όλα τα οράματα (σωστά ή λανθασμένα) της παλιάς γενιάς των ρώσων μπολσεβίκων. Εγκαθίδρυσε τις πιο αποκρουστικές μορφές προνομίων, στραγγάλισε την αυτενέργεια των μαζών με τον αστυνομικό απολυταρχισμό του, μεταμόρφωσε τη διοίκηση σε μονοπώλιο της ολιγαρχίας του Κρεμλίνου και τόνωσε το φετιχισμό της εξουσίας με μορφές που δε θα μπορούσε να φανταστεί ούτε και ο πιο παθιασμένος τσάρος. Από την άλλη πλευρά η ανθρωπότητα έγινε μάρτυρας της γέννησης μιας μορφής άρνησης του στερεωμένου σοσιαλισμού, που ξεπήδησε από τα σπλάχνα του. Λαϊκά κινήματα γεννήθηκαν στις τσακισμένες από τον πόλεμο χώρες, με ιδεολογικούς ηγέτες πρώην «σοσιαλιστές» και ήδη σχεδόν ακροδεξιούς, κινήματα με ασαφή ιδεολογικά περιβλήματα όπου ο αρρωστημένος ρατσιστικός σωβινισμός της αυτοκρατορικής εποχής συνυπήρχε με τις τάσεις αναμόρφωσης των οικονομικών σχέσεων με άξονα τη «φυλή» μέσα από το κανάλι ενός απολυταρχικού κράτους. Σε πολιτικό επίπεδο για να είμαστε πιο παραστατικοί ο φασισμός ήταν το κομβικό σημείο όπου ο δικτατορικός αυταρχισμός ενός Μέττερνιχ και ο μυστικιστικός ρατσισμός του κόμητα Γκομπινώ συναντούσαν την πολιτικά υπολογισμένη μοχθηρία ενός Μακιαβέλι.

Είναι γεγονός ότι και οι 2 ολοκληρωτισμοί επικαλέστηκαν με διαφορετικό τρόπο την κοινωνία ως σύμμαχο, βοηθητικό υποστήριγμα και συναυτουργό στα εγκλήματα τους. Αλλά αυτό δεν ήταν παρά το ηθικοδικαιικό ιδεολογικό ψευδομόρφωμα που σφράγιζε με τη βούλα του αλάθητου την πολιτική τους. Υπό αυτήν την οπτική οι βαρύγδουποι τίτλοι που προφανώς έχουν τόση σημασία για τον φίλο Κωστή όπως π.χ. ο κομμουνιστικός «μετασχηματισμός» της σοβιετικής κοινωνίας ή οι σταλινικοί «επίτροποι του λαού», δεν στάθηκαν παρά φόρμες κενού περιεχομένου, προορισμένες για την ηθική δικαίωση της πιο στυγνής και τυραννικής εξουσίας, δηλαδή για την άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος που σ άλλες περιπτώσεις τον αφήνει «παγερά αδιάφορο». Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να διαχωρίσουμε τους ολοκληρωτισμούς βάσει του «κάτι άλλου» που υπόσχονταν αλλά να αντιληφθούμε αυτό το υποτιθέμενο «κάτι άλλο» ως ένα εργαλείο φενακισμού των μαζών με πρόταγμα την ελπίδα που εκπορευόταν από μια ακαθόριστη προφητεία. Δηλαδή να εντοπίσουμε την ιδεολογική βάση των συγκεκριμένων καθεστώτων σ αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ιστορικό ντετερμινισμό, ή ιστορικισμό, μια κοσμοθέαση κοινή σ όλους σχεδόν τους εκπροσώπους των πολιτικών άκρων αριστεράς και δεξιάς.

Επιστρέφοντας στο σήμερα λοιπόν, ούτε λίγο ούτε πολύ ο Κωστής - άγνωστο γιατί - υπονοεί (αν δεν το παραδέχεται ξεκάθαρα) ότι η άποψη μου για την εξουσία είναι «φασιστική»... Άδικα θα ψάξει ο καλοπροαίρετος αναγνώστης για μια στοιχειώδη έστω αιτιολόγηση του χαρακτηρισμού που μου αποδίδει ο Κωστής μέσα στο κείμενο του. Άδικα επίσης θα αναζητήσει μια συνοπτική τουλάχιστο αναφορά στις συγκεκριμένες γραμμές του κειμένου μου από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί μια τέτοια κατηγορία. Όχι εκεί το μόνο που θα βρει είναι ένα «τραβηγμένο από τα μαλλιά» συλλογιστικό νήμα που καταχωρεί εκείνον στη θέση του... συνεχιστή του λενινισμού και μένα στο άλλο άκρο... που αυθαίρετα θεωρείται πως είναι ο... «φασισμός! Λες και ανάμεσα σ αυτά τα δύο ολοκληρωτικά κινήματα δεν υπάρχουν άλλες ιδεολογίες, φιλοσοφίες, σκέψεις που μπορεί να θεωρηθούν αντίρροπες ή απλά διαφορετικές...

Η σύμπηξη 2 φαινομενικά αντιφατικών ρόλων (εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου) στο ίδιο πρόσωπο δεν είναι φασισμός αλλά πόρισμα μιας στοιχειώδους ανάλυσης της εξουσιαστικής πραγματικότητας όπως προέκυψε από τον Μισέλ Φουκώ και μετά! Ας του δώσουμε λοιπόν για λίγο το λόγο όπως αρθρώθηκε στη «μικροφυσική της εξουσίας»: «Τα άτομα όχι μόνο κυκλοφορούν στα νήματα της εξουσίας» γράφει ο Φουκώ «αλλά είναι πάντα σε θέση όπου υφίστανται και ασκούν την εξουσία αυτή... δεν είναι ο αδρανής ή ο συναινών στόχος της, αλλά είναι πάντοτε στοιχεία άρθρωσης της. Με άλλα λόγια τα άτομα είναι φορείς της εξουσίας όχι σημεία εφαρμογής της» Η δε... φιλολογία της κυβερνητικής κρίσης και της υπουργικής δράκας που επιμένει να μου καταλογίζει δεν υπήρξε ποτέ η δική μου άποψη για την κρίση. Για μένα καταρρέουσα είναι η καθεστηκυία κρατική ή ημικρατική, πάντως συγκεντρωτική εξουσία. Το υπερμέγεθες κράτος, δηλαδή αυτός ο σφαιροειδής πανοπτικός μηχανισμός καταστολής και εποπτείας της κοινωνικής δραστηριότητας, τρεκλίζει, μέσα στους σπασμούς και τις συσπάσεις των σαρωτικών νέων συνθηκών που έρχονται σε πλήρη, σε οργανική αντίφαση με την ύπαρξη του. Και δεν καταρρέει μόνο τυπικά, στην εξωτερική του μορφή, στις οφθαλμοφανείς του εκδοχές, στις ποικιλόχρωμες εκδόσεις του αλλά κυρίως και πρώτιστα ιδεολογικά, στην βαθύτερη ουσία του, στο εσωτερικό συνεκτικά νόημα του που συνδέει όλες τις συνοδευτικές του θεσμοποιημένες δομές και νομιμοποιεί ηθικά τον κρατισμό σ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κοινωνικού. Το κράτος αποδομείται, η πολιτική αναδομείται και οι άκαμπτες εξουσιαστικές αρθρώσεις τρίζουν και λυγίζουν υπό το βάρος της νέας εποχής.

Η λογική μου δυστυχώς δε μου επιτρέπει να καταλάβω πώς μπορεί να θεωρηθεί «φασιστική» μια τέτοια άποψη που (όπως εκτέθηκε στο τέλος του «κρίσεις για την κρίση της εξουσίας») προκρίνει την ανάγκη αποδόμησης των θεμελιωμένων καταπιεστικών θεσμών, αυτοδιεύθυνσης, άμεσης δημοκρατίας, οργανικής συρρίκνωσης των μηχανισμών αυταρχικής επιβολής (κυρίως του κράτους) και γενικής μετάβασης από την αντιπροσωπευτική εξουσία των ελίτ στην κοινωνική εξουσία.

Βέβαια ο φασισμός ως έννοια συχνά εκλαμβανόταν από τους εκάστοτε δημοσιολόγους ως «κάτι άλλο» σε σχέση με την πραγματική πολιτική του υπόσταση και μ αυτήν του την «ρευστή» ιδιότητα αποδεικνυόταν εξαιρετικό όπλο στις πολιτικές διαμάχες. Σε εντελώς διαφορετικές εποχές και εν μέσω εντελώς διαφορετικών συγκρούσεων τέτοιου είδους κατηγορίες εξαπολύονταν συχνά. Ο σταλινισμός λ.χ. δεν έπαυε να κατηγορεί τους διαφωνούντες αντιπολιτευόμενους ως φασίστες σ όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του. Οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες εισέπρατταν εξ ανατολών το χαρακτηρισμό του σοσιαλ-φασίστα, μια «γενναία» ανταμοιβή λίγο πριν την είσοδο τους στο ναζιστικό "παράδεισο" των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Πολλοί «δημοκράτες» διανοούμενοι έσπευδαν να χαρακτηρίσουν ως «αντικειμενικά» φασίστες τους Ισπανούς τροτσκιστές και τους αναρχικούς επειδή «βοηθούσαν» με τις ενέργειες τους «αντικειμενικά» το στρατάρχη Φράνκο, δίνοντας μ αυτές τις υποκειμενικές τους ηλιθιότητες άλλοθι στους δήμιους της Γκέπεου στα μετόπισθεν της δημοκρατικής Ισπανίας. Στα καθ ημάς οι σύγχρονοι «συνασπισμένοι» αριστεροί κάπως έτσι αποκρούουν όσους τολμούν να αρθρώσουν μια διαφορετική άποψη στο θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Γνωρίζοντας τον Κωστή αρνούμαι να τον βάλω (αντίθετα με αυτό που κάνει εκείνος σε μένα) στο ίδιο τσουβάλι μ όλους αυτούς τους άξεστους φανατικούς. Αλλά το λιγότερο που απαιτώ είναι μια επαρκή αιτιολόγηση του όρου «φασιστική άποψη» που απέδωσε (έστω και υπό μορφήν «αναρώτησης») στο κείμενο μου, δίχως τις ανούσιες - και παντελώς αβάσιμες - φιλολογίες περί «θυμού» και «μίσους» για τον «άλλο».. Μέχρι τότε το μόνο που μου μένει είναι να θεωρήσω το συγκεκριμένο όρο ένα άχρηστο λεκτικό παιχνίδι προορισμένο για δημιουργία εντυπώσεων που ρίχνει εντελώς αδικαιολόγητα το επίπεδο της σημαντικής συζήτησης μας.

ΣΕΛΙΔΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ: ΤΟΠΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ