Το πολιτικό παιχνίδι παίζεται στην κοινωνική βάση
 
Τρίτη, 21 Νοεμβρίου
αρχική σελίδα | σημειώματα | άρθρα | σχόλια | παρουσιάσεις | όλα τα κείμενα
ΑΡΘΡΟ

Το άρθρο δεν υπαρχει σε αρχείο τύπου file.pdf


ΣΥΡΙΖΑ
ΚΟΕ
Φασισμός
Οπορτουνισμός
Φασισμός και Οπορτουνισμός (Μέρος 2ο από 2)
του Κωστή Παπαϊωάννου Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012
 
 

Στο πρώτο μέρος αυτού του γραφτού υποστήριξα πως ο διμετωπισμός έχει προκύψει σαν ένα δίπολο φασιστικής και οπορτουνιστικής πολιτικής, που ναι μεν αντιστοιχεί στην διαλεκτική αντίθεση ανάμεσα στην συντηρητική και την επαναστατική πλευρά της κοινωνίας, αλλά αντί να την εκφράζει, την εμποδίζει να εκφραστεί πολιτικά δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους για την κοινωνία.

Σ' αυτό εδώ το δεύτερο μέρος του ίδιου γραφτού θα προσπαθήσω να εξετάσω την σημασία των δύο πόλων του διμετωπισμού, τον φασισμό και τον οπορτουνισμό, τον ιστορικό τους καθορισμό και την διαλεκτική πολιτική σχέση μεταξύ τους.

Σημείωσα ήδη πως ο φασισμός και ο οπορτουνισμός δεν είναι αντίπαλες πολιτικές τάσεις. Η αντιπαλότητά τους περιορίζεται απλά στην διεκδίκηση θέσεων εξουσίας και στην ουσία αποτελούν δύο τάσεις του ίδιου εξουσιαστικού καθεστώτος, το οποίο προσπαθούν να συντηρήσουν. Επομένως ακόμα και η αντιπαλότητά τους αποκτά νόημα ακριβώς μέσα από την κοινή τους προσπάθεια να συντηρηθεί το εξουσιαστικό σύστημα, ακόμα και μετά τον κλινικό του θάνατο.

Μετά από το τέλος της σύγκρουσης της δεκαετίας του 40, με ευθύνη του ανερχόμενου στο επαναστατικό κίνημα οπορτουνισμού, η παρουσία του φασισμού κρύφτηκε κάτω από το σύνθημα «ποτέ πια φασισμός» (σαν αυτός να είχε εξαφανιστεί με την πολιτική του ήττα), τα στοιχεία του φασισμού κληρονομήθηκαν από τις "δημοκρατίες" της Δύσης και τους "σοσιαλισμούς" της Ανατολής και στον πολιτικό λόγο ο φασισμός άρχισε να αναφέρεται μόνο σαν "ναζισμός" με μόνο έγκλημά του το ολοκαύτωμα.

Οι προσπάθειες που είχαν γίνει νωρίτερα να οριστεί ο φασισμός, στο πλαίσιο της ταξικής θεωρίας, σαν συμμαχία κοινωνικών στρωμάτων, σταμάτησαν εκεί και οι επιτελείς του ακαδημαϊκού και πολιτικού συστήματος βρίσκονται σήμερα μπροστά στην άνοδο του φασισμού και τους έχει πιάσει πανικός αλλά ακόμα ούτε μπορούν αλλά και ούτε θέλουν να καταλάβουν τι και πώς συμβαίνει, γιατί έχουν υιοθετήσει την φασιστική λογική.

Με τον διμετωπισμό, οι δύο τάσεις φασισμός και οπορτουνισμός εμφανίστηκαν μαζί με τις δύο "μεταπολιτεύσεις" ("νέα" και "του λαού") και μαζί αναπτύσσονται αποτελώντας (με τρανό παράδειγμα το μεταναστευτικό) η μια το νοσογόνο πολιτικό περιβάλλον της άλλης, σε μια περίοδο όπου και πάλι οι επαναστατικές αλλαγές γίνονται απαραίτητες σε παγκόσμια κλίμακα, για την επιβίωση της κοινωνίας.

Ο διμετωπισμός, δεν νοείται παρά μόνο σαν ανταγωνισμός φασισμού - οπορτουνισμού. Μέσω αυτού η βασική αντίθεση της κοινωνίας περιορίζεται στο έδαφος του κλινικά νεκρού εξουσιαστικού συστήματος και γι αυτόν ακριβώς το λόγο γίνεται θανάσιμα επικίνδυνη για την κοινωνία.

 

* * * * * *

Ο φασισμός και ο οπορτουνισμός δεν αποτελούν πρωτογενείς πολιτικές τάσεις. Αναπτύσσονται δευτερογενώς σαν αντίρρευμα στην πρωτογενή, την θεμελιώδη, κοινωνική αντίθεση ανάμεσα στην επαναστατικότητα και τον συντηρητισμό. Το δίπολο οπορτουνισμός - φασισμός μπορεί τελικά να θεωρηθεί σαν μια ενιαία ψυχολογική ασθένεια επάνω στο κοινωνικό σώμα. Η ασθένεια ενυπάρχει και εκδηλώνεται, με οξύτητα, σε συνθήκες αποσταθεροποίησης της θεμελιώδους αντίθεσης, στην μεν συντηρητική πλευρά της κοινωνίας σαν φασισμός στην δε επαναστατική πλευρά της κοινωνίας σαν οπορτουνισμός.

Η παραπάνω πρόταση στηρίζεται σε μια ορισμένη αντίληψη, για την δομή της κοινωνίας, με βάση την οποία η κοινωνία νοείται σαν ένα σύστημα σχέσεων που χωρίζεται (σχηματικά και μόνο αλλά ο διαχωρισμός είναι απαραίτητος για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων) σε ένα υποχρεωτικό πραγματικό κοινωνικό σύστημα και σε ένα θεσμικό κοινωνικό σύστημα που απορρέει μεν από το πραγματικό αλλά διαμορφώνεται ανάλογα με την ιστορική φάση στην οποία βρίσκεται η βασική αντίθεση της κοινωνίας.

Μέσα από την εξέλιξη προκύπτει κατά καιρούς η ανάγκη για μια σοβαρή κοινωνική αλλαγή. Αυτή βρίσκει τον δρόμο της σε όλες αλλαγές που μπορούν να επέλθουν με την ανοχή (ας πούμε - το ζήτημα είναι πολύ πιο πολύπλοκο) του θεσμικού συστήματος. Η υλοποίηση των αλλαγών στο πραγματικό σύστημα οδηγεί σε μια αντιπαράθεση, στην σφαίρα του θεσμικού συστήματος. Η μεν επαναστατική πλευρά προσπαθεί να επιταχύνει τις αλλαγές προσαρμόζοντας το θεσμικό σύστημα σ' αυτές, η δε συντηρητική πλευρά προσπαθεί να επιβραδύνει τις αλλαγές μέχρις ότου το θεσμικό σύστημα να προσαρμοστεί σ' αυτές. Η αντιπαράθεση, στην σφαίρα του θεσμικού, έχει μια έκβαση και το αποτέλεσμα της σύγκρουσης επιστρέφει στην κοινωνική βάση και δημιουργεί τους όρους της περαιτέρω εξέλιξης του πραγματικού κοινωνικού συστήματος.

Αν η κοινωνική αντίθεση ήταν δυνατόν να μεταφερθεί αυτούσια στο θεσμικό κοινωνικό σύστημα, τότε η πολιτική σύγκρουση και τελικά η κοινωνική αλλαγή, θα συνοδευόταν από τις ελάχιστες, τις εντελώς απαραίτητες, οξύνσεις. Αυτό όμως είναι αδύνατο γιατί το θεσμικό κοινωνικό σύστημα προσωποποιείται από ανθρώπους που αφιερώνονται επαγγελματικά στην θεσμική λειτουργία και αποκτούν δική τους πραγματική υπόσταση ξεκόβοντας -- στην αρχή σχηματικά αλλά στο τέλος πραγματικά, και αυτό είναι το πρόβλημα -- από το πραγματικό κοινωνικό σύστημα. Η ρήξη στο θεσμικό σύστημα επέρχεται όταν η ανάγκη για αλλαγές υπερβαίνει την δυνατότητα των λειτουργών του θεσμικού κοινωνικού συστήματος να προσαρμοστούν στις αλλαγές αυτές.

Η εποχές της ρήξης αυτής είναι οι εποχές της επανάστασης και σ' αυτές τις εποχές τόσο ο οπορτουνισμός όσο και ο φασισμός είναι ιστορικά αναγκαίο να αναπτυχθούν. Το ζήτημα είναι πως θα αντιμετωπισθούν και η σημερινή εποχή είναι χωρίς καμιά αμφιβολία μια τέτοια εποχή ρήξης.

 

* * * * * *

Ο φασισμός και ο οπορτουνισμός φαίνεται σαν να ξεκινούν από τις δύο αντίθετες πλευρές της κοινωνίας, έχουν όμως την κοινή τους ρίζα στον έμφυτο φόβο της αλλαγής που ενυπάρχει στην κοινωνία και τελικά ενοποιούνται στην πολιτική σκηνή σε ένα ενιαίο πολιτειακό καθεστώς, που σταδιακά αναπτύσσει την δική του εσωτερική σύγκρουση, αντίστοιχη, όπως σημείωσα πιο πάνω, αλλά όχι αντιπροσωπευτική της κοινωνικής ρήξης στην οποία αντιστοιχεί.

Ο οπορτουνισμός γεννιέται πρώτος όταν, μετά από τις επιμέρους επιτυχίες, αρχίζουν να αναδύονται οι δυσκολίες και οι ήττες της επαναστατικής πολιτικής. Ο οπορτουνισμός γεννιέται αρχικά σαν αυταπάτη, ότι μπορεί τάχα η κοινωνική αλλαγή να συμβεί χωρίς να θιγεί ο εξουσιαστικός χαρακτήρας του θεσμικού κοινωνικού συστήματος. Στην πορεία η κοινωνική θέση των εκπρόσωπων της επαναστατικής πλευράς της κοινωνίας τροποποιείται καθώς αυτοί αποκτούν μια επαγγελματική θέση στα επιτελεία του θεσμικού συστήματος. Έρχονται τότε σε διάσταση με την πλευρά της κοινωνίας που εκπροσωπούν, επιστρέφοντας στην επαναστατική πλευρά της κοινωνικής βάσης την δική τους αρχική αυταπάτη, κατ' επάγγελμα πολιτική απάτη.

Ο φασισμός γεννιέται μέσα από τον οπορτουνισμό όταν ορισμένοι από τους πιο ικανούς εκπροσώπους της επαναστατικής πλευράς της κοινωνίας περνούν στην συντηρητική  πλευρά του θεσμικού συστήματος μεταφέροντας την οργανωτική τους πείρα, την ευκολία σύνδεσης με την κοινωνική βάση και τελικά αναπτύσσοντας την οπορτουνιστική αυταπάτη στην φασιστική της εκδοχή. Η φασιστική πολιτική αποτελεί τελικά εξαπάτηση της συντηρητικής πλευράς της κοινωνίας πως τάχα η αναγκαία αλλαγή στο πραγματικό κοινωνικό σύστημα μπορεί να επιβληθεί εκ των άνω, με την βία, μέσα από μια ισχυρή συντηρητική εξουσία.

Δεν είναι καθόλου δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς αυτή την διαδικασία να αναπτύσσεται ραγδαία στην ελληνική κοινωνία. Εν όψει της κατάστασης που δημιουργήθηκε, ο κάθε αριστερός σαν άνθρωπος της κοινωνικής βάσης έχει απέναντί του σαν ορατό εχθρό τον φασισμό, σαν αριστερός όμως έχει κυρίως να αντιμετωπίσει τον οπορτουνισμό.

Ο οπορτουνισμός είναι αυτός που δημιουργεί το ιδεολογικό κλίμα στο οποίο αναπτύσσεται ο φασισμός. Αν δεν καταπολεμηθεί ο οπορτουνισμός, στην επαναστατική πλευρά της κοινωνίας, είναι αδύνατο να σχηματιστεί η κοινωνική συμμαχία με στόχο τον φασισμό και χωρίς αυτήν η καταπολέμηση του φασισμού είναι απολύτως αδύνατη.

 

* * * * * *

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που ευνοούν τον οπορτουνισμό και πολλοί άλλοι που ευνοούν τον φασισμό. Η κοινή ρίζα όμως της συνδυασμένης ανάπτυξης και των δύο, είναι ο έμφυτος φόβος των ανθρώπων για την κοινωνική αλλαγή. Ένας φόβος κατ' αρχήν δικαιολογημένος και αναπόφευκτος που ξεκινάει από τα άτομα και εκδηλώνεται συλλογικά:  υποκειμενικά μεν σαν ένα είδος απροθυμίας των ανθρώπων στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου, να αντιληφθούν την ανάγκη της αλλαγής, αντικειμενικά δε σαν ένα είδος κοινωνικής αδράνειας που φαίνεται σαν να επιβραδύνει τις κοινωνικές αλλαγές.

Ο τρόπος που γεννιέται ο φόβος της αλλαγής, στο πρωτογενές κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή στο ψυχικό υπόβαθρο των ανθρώπων χρειάζεται μελέτη. Είναι ωστόσο σημαντικό να παρατηρήσουμε πως ο φόβος αυτός εμφανίζεται όταν εντείνεται η αντιπαράθεσης επαναστατικότητας και συντηρητισμού.

Η μεταφορά της θεμελιώδους κοινωνικής αντίθεσης στην πολιτική σκηνή  δεν γίνεται αυτόματα αλλά μέσα από το θεσμικό σύστημα, το οποίο συγκροτείται από ανθρώπους που αποζούν οικονομικά αλλά κυρίως αποκτούν κοινωνική υπόσταση από την εκπροσώπηση στο θεσμικό σύστημα της θεμελιώδους κοινωνικής αντίθεσης. Όταν η λειτουργία αυτής της αντίθεσης οδηγεί σε κοινωνικές αλλαγές που φτάνουν να θίξουν το ίδιο το θεσμικό σύστημα, τότε οι άνθρωποι που το συγκροτούν προσπαθούν να εμποδίσουν τις αλλαγές.

Ο ρόλος των επιτελών που νωρίτερα ήταν απαραίτητος αρχίζει να γίνεται παρασιτικός και τελικά, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα, οι αντίθετες πολιτικές παρατάξεις, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν την αντίθεση συντηρητισμού και επαναστατικότητας ενώνονται σε μια κοινή προσπάθεια να αποτρέψουν τις αλλαγές, οξύνοντας όλο και περισσότερο την κρίση του κοινωνικού συστήματος.

Η ανταγωνιστική ενότητα του διμετωπισμού αποτελεί μια πολιτική επιχείρηση ιστορικής στρέβλωσης και ο τρόπος που "μεθοδεύεται" αυτή η ιστορική στρέβλωση είναι η μετατροπή, στην πολιτική σκηνή, της θεμελιώδους κοινωνικής αντίθεσης σε αντιπαράθεση μεταξύ φασισμού και οπορτουνισμού.

Κάτω από την κυριαρχία του ανταγωνισμού φασισμού και οπορτουνισμού οι άνθρωποι της κοινωνικής βάσης εξωθούνται σε μια κατάσταση εξοντωτικού πολέμου μεταξύ τους, είτε συμμετέχοντας στην άσκηση βίας ενάντια στο αντίπαλο στρατόπεδο είτε συμμετέχοντας στον άμαχο πληθυσμό που και οι δύο πλευρές επιδιώκουν να υποφέρει προκειμένου να τον χρησιμοποιούν σαν όπλο ηθικού εκβιασμού ενάντια στο αντίπαλο στρατόπεδο, πουλώντας του συγχρόνως προστασία. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα σε όλο τον κόσμο και με ιδιαίτερο τρόπο στην ελληνική κοινωνία.

 

* * * * * *

Αυτό ήταν το σχήμα της σύγκρουσης και της κοινωνικής αλλαγής που ονομάστηκε Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, αυτό ήταν το σχήμα της σύγκρουσης και της κοινωνικής αλλαγής του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, αυτό  είναι το σχήμα και της τρίτης, της τελευταίας, αλλά και πιο επικίνδυνης παγκόσμιας σύγκρουσης για την κοινωνική αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη σήμερα.

Ωστόσο η σημερινή σύγκρουση δεν είναι η τρίτη επανάληψη το ίδιου ιστορικού σχήματος αλλά η τρίτη φάση του συνεχούς ιστορικού-κοινωνικού φαινομένου της εποχής μας. Πρόκειται για την εποχή που ο Λένιν χαρακτήρισε σαν "εποχή του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης". Η εποχή αυτή φτάνει στο τέλος της και μπορούμε να πούμε ότι ζούμε στην τρίτη φάση μιας εποχής που άρχισε με την επίθεση της φασιστικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής και τελειώνει με την ήττα της παγκοσμιοποιημένης οπορτουνιστικής πολιτικής.

Ο άγριος πόλεμος μεταξύ του φασιστικού και του οπορτουνιστικού στρατοπέδου έχει ήδη ξεσπάσει. Ένας πόλεμος που είναι τόσο άγριος όσο είναι πολύπλοκος και συγκεχυμένος και κυρίως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, είναι ένας διμετωπισμός χωρίς μέτωπο, το μέτωπό του δεν είναι και ούτε μπορεί να είναι σαφές. Οι μετατοπίσεις στις θέσεις και οι μεταγραφές στα πρόσωπα, από το "μαύρο" στο "κόκκινο" μέτωπο και αντίστροφα είναι ενδεικτική της ρευστότητας. Η άοκνη προσπάθεια να κρατηθεί ο πόλεμος μέσα στο πλαίσιο του εξουσιαστικού συστήματος είναι το μόνο σαφές.

Δεν είναι καθόλου τυχαία η μανιακή εμμονή του Ρινάλντι να πουλήσει πάση θυσία την φασιστική ανοησία της "μεταπολίτευσης του λαού" σαν την μοναδική "αναγκαία" και "εφικτή" κοινωνική αλλαγή. Εκφράζει την αγωνία που έχει καταλάβει όλους τους επιτελείς μήπως καταρρεύσει το εξουσιαστικό σύστημα. Αγωνία που εξηγεί και τον λόγο που έχουν οι επιτελείς του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να προβάλλουν την βολική, για τον Ρινάλντι και τον ΣΥΡΙΖΑ, "αντικαπιταλιστική ανατροπή", αυτή την γελοιογραφία κοινωνικής αλλαγής που διευκολύνει το διμετωπικό εξουσιαστικό παιχνίδι.

Βεβαίως μέσα από την πολυπλοκότητα των διαδικασιών, που κανείς πια δεν μπορεί να τις "ελέγξει", ο συνδυασμός της σύμπνοιας στην προσπάθεια για την συντήρηση του συστήματος με τον απάνθρωπο ανταγωνισμό για την θέση του καθ' ενός στην εξουσία, τελικά επιταχύνει την κατάρρευση.

 

* * * * * *

Έχει καταντήσει σχεδόν κοινοτοπία να προβλέπει κανείς την αναπότρεπτη κατάρρευση του εξουσιαστικού συστήματος. Ακόμα και οι ίδιοι οι επιτελείς της μη-Αριστεράς έχουν αντιληφθεί ότι το ενδεχόμενο να χάσουν τα αυγά και τα καλάθια μέσα στους δύσκολους δρόμους της κοινωνικής προοπτικής έχει πολλές πιθανότητες. Αυτό άλλωστε εξηγεί και την πρεμούρα των επιτελών να αντιμετωπίσουν, κατόπιν εορτής βέβαια, τον ανερχόμενο φασισμό, όσο και την στροφή τους στην προσπάθεια να στηριχθούν όχι απλά στις ψήφους αλλά και στην "οργανωμένη" κοινωνική βάση.

Είναι βέβαια άλλο ζήτημα πώς και πόσο μπορούν να οργανωθούν οι άνθρωποι της κοινωνικής βάσης, όταν έχουν πλήρως ακυρωθεί σαν σκεπτόμενοι και έχουν μεταβληθεί σε φερέφωνα των ηλίθιων απόψεων των επιτελών τους και οι οποίοι τρέπονται σε φυγή μπροστά στον παραμικρό υπαινιγμό κριτικής.

Είναι βέβαιο πάντως ότι η κατάρρευση του συστήματος θα περάσει μέσα από τον πόλεμο των επιτελείων που ήδη μαίνεται με διάφορες μορφές σε όλο τον πλανήτη. Η κατάρρευση του συστήματος θα εκδηλωθεί με την συμφιλίωση των ανθρώπων της συντηρητικής πλευράς της κοινωνικής βάσης με τους ανθρώπους της επαναστατικής πλευράς της κοινωνικής βάσης και με την αναγέννηση της (αδιαμεσολάβητης αυτή την φορά) διαλεκτικής τους αντίθεσης, μέσα στο νέο πραγματικό κοινωνικό πλαίσιο που ήδη έχει γεννηθεί.

Η συμφιλίωση στα μέτωπα του Α' Παγκ. Πολέμου έγινε αφού επί τέσσερα και πάνω χρόνια ο κόσμος της κοινωνικής βάσης θρηνούσε σχεδόν 20 εκατομμύρια ανθρώπων, στρατιωτικών και αμάχων. Την συμφιλίωση δεν την εφεύρε η επαναστατική πολιτική, γεννήθηκε μέσα στην μάχη. Η οκτωβριανή επανάσταση όμως της έδωσε σάρκα και οστά, μέσα από την πολεμική ενάντια στον οπορτουνισμό ακόμα και του Τρότσκι και τις ταλαντεύσεις σε σχέση με την συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ. Στον Β' Παγκ. Πόλεμο οι νεκροί ξεπέρασαν τα 60 εκατομμύρια αλλά συμφιλίωση δεν επήλθε, και ουσιαστικά η πολεμική σύγκρουση συνεχίστηκε με τον ψυχρό πόλεμο και η εκατόμβη συνεχίζεται, με εξάρσεις και υφέσεις, σχεδόν αδιάλειπτα μέχρι σήμερα.

Έχει μεγάλη σημασία να κρίνουμε πού τοποθετείται η σύγκρουση που επίκειται. Δεν έχω την φιλοδοξία να το κάνω σ' αυτό το γραφτό. Είναι σίγουρο ωστόσο ότι αυτή η σύγκρουση θα σημάνει το τέλος του εξουσιαστικού συστήματος. Αυτό όμως δεν μπορεί να παρηγορεί τους αριστερούς της κοινωνικής βάσης. Το αίσιο τέλος αναμένεται και από την άποψη του πραγματικού κοινωνικού συστήματος έχει φτάσει ήδη. Το ζήτημα είναι το κόστος που θα πληρώσει η κοινωνία για να απολαύσει το αίσιο τέλος της κρίσης και της κατάρρευσης του εξουσιαστικού κινήματος.

 

* * * * * *

Η κοινή προσπάθεια οπορτουνισμού και φασισμού για την διατήρηση του εξουσιαστικού συστήματος είναι η διακοπή της ιστορικής συνέχειας στην κοινωνική συνείδηση και ουσιαστικά η ακύρωση της ιστορικής λογικής, φορέας της οποίας είναι η πολιτική έκφραση της επαναστατικής πλευράς της κοινωνίας: που μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70 ήταν το λενινιστικό κόμμα.

Το ίδιο το κόμμα όμως δεν ήταν παρά μια φάση της ιστορικής συνέχειας στο ιστορικό ρεύμα της πολιτικής ιστορίας. Το λενινιστικό κόμμα με την μορφή που προσιδίαζε στην κατάσταση της εποχής που δημιουργήθηκε έχει τελειώσει. Το κατάντημα της ΚΟΕ που δημιουργήθηκε ως τέτοιο κόμμα το αποδεικνύει περίτρανα.

Ωστόσο το τέλος του λενινιστικού κόμματος και με την έννοια αυτή το τέλος του κομμουνιστικού κινήματος δεν σημαίνει καθόλου το τέλος του επαναστατικού κινήματος, ούτε το τέλος της επαναστατικής πολιτικής οργάνωσης, σημαίνει αντίθετα μια άλλη αναγέννηση και των δύο.

Το βασικό έργο ωστόσο που έχουν να επιτελέσουν οι αριστεροί της κοινωνικής βάσης, ο καθένας μόνος του στην αρχή και σταδιακά όλοι μαζί, είναι η αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας στην συνείδηση της επαναστατικής πλευράς της κοινωνίας και στην συνέχεια το μπόλιασμα με την ιστορική λογική της γενικής κοινωνικής συνείδησης.

Αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας σημαίνει ακριβώς την κατανόηση των διαφοροποιήσεων που επέρχονται με την αλλαγή των υλικών όρων ύπαρξης της κοινωνίας. Μόνο έτσι μπορεί να συνειδητοποιηθεί το ιστορικό νόημα της θανάσιμης πολιτικής αθλιότητας που ζει σήμερα η ανθρωπότητα. Η απελπισία και ο τρόμος που αναπαράγουν οι συνδυασμένες προσπάθειες των επιτελών του οπορτουνισμού και του φασισμού, δεν είναι παρά οι πόνοι που συνοδεύουν την γέννηση της νέας κοινωνίας.

Το πολιτικό έργο που περιμένει την Αριστερά της κοινωνικής βάσης είναι: (α) να ανασχεθεί η απελπισία και ο τρόμος που μεταφέρει ο συνεταιρισμός φασισμού και οπορτουνισμού σχετικά με την κρίση, (β) να αποτραπεί ο θανάσιμος κίνδυνος ενός εκτροχιασμού της σύγκρουσης που επιδιώκουν, σε ανεξέλεγκτα επίπεδα βίας και (γ) να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή άμβλυνση των πόνων και της καταστροφής που έτσι κι αλλιώς θα συνοδεύσουν την κοινωνική αλλαγή.

ΣΕΛΙΔΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ: ΤΟΠΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ