Το πολιτικό παιχνίδι παίζεται στην κοινωνική βάση
 
Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου
αρχική σελίδα | σημειώματα | άρθρα | σχόλια | παρουσιάσεις | όλα τα κείμενα
ΑΡΘΡΟ

Το άρθρο δεν υπαρχει σε αρχείο τύπου file.pdf


εμφύλιος πόλεμος
ακαδημαϊσμός
Δ.Μ.Ε.Π.
Στάθης Καλύβας
Νίκος Μαραντζίδης
Γιώργος Μαργαρίτης
Πρέβεζα: το χρονικό ενός συνεδρίου (ΙΙ)
του Κωστή Παπαϊωάννου Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2005
 
 

Παρά τις κενολογίες των υψηλά ισταμένων επιστημόνων περί καθορισμένου επιστημονικού "προσανατολισμού" του, το συνέδριο της Πρέβεζας δεν έχει κανένα συμφωνημένο θεωρητικό πλαίσιο. Δεν υπάρχει δηλαδή μια κοινή παραδοχή στην οποία θα βασιστεί η συζήτηση. Και ούτε θα μπορούσε να υπάρχει γιατί το μέλημα των κοινωνικών ιδιαίτερα επιστημόνων, από το τέλος ήδη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είναι να απορρίψουν ακόμα και την ιδέα μιας κοινής θεωρητικής παραδοχής ή έστω την ιδέα μιας κοινά παραδεκτής βάσης αντιπαράθεσης. Αυτό που έχει αντικαταστήσει την αναγκαία γενική παραδοχή ενός μίνιμουμ κοινού λόγου είναι μια μίνιμουμ εγκυρότητα των φορέων του επιστημονικού λόγου, που σχεδόν ποτέ δεν στηρίζεται στις επιστημονικές τους ικανότητες, ακόμη κι όταν αυτές είναι αναμφισβήτητες. Τελικά η βάση αντιπαράθεσης δεν είναι κάποιες ρητές διαφορές στον επιστημονικό λόγο αλλά οι άρρητες διαφορές τους στην διεκδίκηση της εξουσίας του σημαντικού επιστημονικού χώρου στον οποίο αυτοί κινούνται.

Ωστόσο ακόμα και έτσι, αργά ή γρήγορα, οι πραγματικές διαφορές αναδεικνύονται. Δύσκολα ιδέες που είναι ώριμες να ακουστούν και να υιοθετηθούν, ιδέες δηλαδή που η κοινωνία είναι ώριμη να τις ακούσει και να τις υιοθετήσει, μπορούν να αποσιωπηθούν. Ακόμα και στις πιο βάρβαρες διαμάχες, κάποιος θα βρεθεί που θα χρησιμοποιήσει αυτές τις ώριμες ιδέες ακόμη και σαν όπλο. Προς το παρόν όμως, στην ζωηρή δραστηριότητα γύρω από την μελέτη της δεκαετίας του '40 και του Εμφυλίου Πολέμου, η κοινή βάση αντιπαράθεσης είναι η διεκδίκηση θέσεων, απολαβών και επιρροής. Δεν υπάρχει κοινή βάση επιστημονική αντιπαράθεσης εκτός από την γενική συναίνεση στην αποσιώπηση του πραγματικού ρόλου της επιστήμης στην προσέγγιση του Εμφυλίου. Αλλά από την άλλη μεριά, οι διοργανωτές των επιστημονικών συναντήσεων, τριγυρνούν στον τόπο του πραγματικού ιστορικού ζητήματος, όπως ο εγκληματίας τριγυρνάει στον τόπο του εγκλήματος!

Υπάρχει προς το παρόν η κοινή επίκληση μιας νεφελώδικης θεοποιημένης "πραγματολογίας" που γίνεται αφετηρία σε μια αντιπαράθεση που αφορά μόνο την "μεθοδολογία" στην "άντληση" και την "επεξεργασία" των πραγματικών δεδομένων. Υπάρχει επίσης η κοινή παραδοχή ότι η "ερμηνεία" είναι μυθολογία, πράγμα που επιτρέπει την πλήρη ασυδοσία στην εκμαίευση "συμπερασμάτων" κατά τις ανάγκες της στιγμής. Επικρατεί τελικά στον χώρο της Μελέτης των Εμφυλίων Πολέμων και της δεκαετίας του '40, μια αντιφατική κατάσταση. Μια λαμπρή επιστημονική κοινότητα, από τις λίγες που έχουν πραγματικούς δεσμούς με την κοινωνία, με αξιοθαύμαστη παραγωγή μελετών πάνω σε ένα θέμα ζωτικής σημασίας για την περαιτέρω κοινωνική πορεία, της οποίας όμως τα μέλη διατελούν σε σύγχυση και κατατρύχονται από την φοβία μήπως, εν τη ρύμη της σκέψης τους, προκύψει κάποιο συμπέρασμα που θα δυσαρεστήσει τον πνευματικό πατέρα - δηλαδή τον "επιβλέποντα" επιστημονικό δυνάστη, από τον οποίο εξαρτάται η καριέρα τους.

Η πρόσφατη ιστορία της ιστοριογραφίας

Αν, δεν εμφανιζόταν η "φρέσκια" αντίληψη για την Ιστορία, στο πλαίσιο της εν εξελίξει προσπάθειας να αρθρωθεί ένας σύγχρονος κυρίαρχος εξουσιαστικός λόγος (ο αυτοκρατορικός) για το πολιτικοϊστορικό φαινόμενο, οι αντιλήψεις που θα συγκρούονταν στο συνέδριο της Πάρνηθας θα ήταν οι εξής:

- Αυτή της Δεξιάς, που εξηγούσε τον Εμφύλιο σαν πολιτική ανταρσία της Αριστεράς εναντίον της νόμιμης τάξης, η οποία ορθώς τιμωρήθηκε το 1949, αφού "έφταιγε" ακόμα και για τις αθλιότητες των εκπροσώπων της νομιμότητας, τις οποίες δήθεν είχε προκαλέσει με την ερυθρά τρομοκρατία του '43 - '44. Ήταν η άποψη που εξηγούσε την λεγόμενη αριστερή Ιστοριογραφία σαν μια μυθοποίηση της Αντίστασης και του Εμφυλίου, επί το ρομαντικότερο, αναγκαία για την νομιμοποίηση της παρουσίας των φορέων της στους (προσοδοφόρους) πανεπιστημιακούς και εν γένει επιστημονικούς χώρους αλλά εντελώς ανεπίτρεπτη για την κυριαρχία αυτών των φορέων σ' αυτούς τους χώρους.

- Αυτή της Αριστεράς, που εξηγούσε τον Εμφύλιο σαν συνέχεια της Εθνικής Αντίστασης δηλαδή σαν μια φάση της μάχης της αφηρημένης Δημοκρατίας ενάντια στον Φασισμό. Με βάση αυτή την άποψη η Αριστερή λεγόμενη Ιστοριογραφία, δικαιολογούσε την ηγεμονική της θέση στους πανεπιστημιακούς και εν γένει επιστημονικούς χώρους, αφού σ' αυτούς κυριαρχούσε η εντελώς "αυτονόητη" δημοκρατία της μεταπολίτευσης με τον αποτελεσματικότερο λογοκριτικό μηχανισμό που υπήρξε ποτέ, της "πολυφωνίας", του "σεβασμού του διαφορετικού" και - για να μην ξεχνιόμαστε - αυτού του θανατηφόρου "αντιστορικισμού" που είναι οικείος στους πάντες.

Οι δύο αυτές απόψεις προέρχονταν μεν από δύο διαφορετικούς πολιτικούς κόσμους αλλά ουσιαστική διαφορά, από επιστημονική άποψη, δεν είχαν, γι αυτό και μπορούσαν να συνυπάρχουν, σε αγαστή σύμπνοια σε ότι αφορά τις επιστημονικές παραδοχές του χώρου αλλά σε διαρκή σύγκρουση σε ότι αφορά την διεκδίκηση θέσεων εξουσίας. Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η "ειρηνική" συνύπαρξη αριστερών και των δεξιών επιστημόνων, στους χώρους εξουσίας, που άλλωστε αποτελούν μόνο την ολιγάριθμη όσο και πολυποίκιλη "κορυφή" της λεγόμενης επιστημονικής κοινότητας, ακολούθησε την σοβαρή στροφή που έλαβε χώρα στον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς υπό το πρόσχημα και την αυταπάτη της ειρηνικής συνύπαρξης.
Το σκηνικό, που διαμορφώθηκε, μέσα από διαδοχικές διαφοροποιήσεις, μέχρι το 1999, άρχισε να ανατρέπεται μετά από την οριστικοποίηση της αυτοκρατορικής πολιτικής στην νέα αντιτρομοκρατική αντίληψη και την έναρξη της παγκόσμιας αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας. Η άμεση συνέπεια της αγκύρωσης της εξουσίας στην αντιτρομοκρατική γραμμή ήταν η παραπαίουσα είσοδος της "φρέσκιας" αντίληψης για την ιστορία, στον χώρο της ιστοριογραφίας που όρισε ωστόσο την τομή αλλά και την συνέχεια στην ιστορία αυτού του χώρου. Η πρόσφατη ιστορία της ιστοριογραφίας είναι ακόμη νωρίς να γραφτεί. Είναι όμως εύκολο, παρά το πολύ σκοτεινό παρασκήνιο που είχε πάντα ο πολιτικός χώρος στην Ελλάδα, να διαπιστωθούν από μια πολιτική σκοπιά, οι διαφοροποιήσεις που επήλθαν. Τουλάχιστον στον βαθμό που χρειάζεται, εν όψει του Συνεδρίου της Πρέβεζας.

Η διάταξη των "δυνάμεων"

Σε μια επιπόλαια αντίληψη οι πλευρές που θα αντιπαρατεθούν στο συνέδριο της Πρέβεζας είναι η Δεξιά και η Αριστερά, όπως περιγράφτηκαν πιο πάνω. Αυτή την αντίληψη συμμερίζονται, με διαφορετικό τρόπο και η κάθε μια από τις πλευρές που πράγματι αντιπαρατίθενται. Ουσιαστικά όμως στο συνέδριο θα αντιπαρατεθούν δύο τάσεις που προέρχονται μεν - σε δεύτερη γενιά - από την Δεξιά και την Αριστερά αλλά ευρίσκονται σε μια διαρκή, όσο και προβληματική, προσαρμογή στην αυτοκρατορική πολιτική. Εκτός απ' αυτούς όμως που διεκδικούν την εξουσία της κοινότητας, υπάρχει και η πλειοψηφία της βάσης της. Αυτοί αποτελούν το αποφασιστικό τμήμα και την παραγωγική δύναμη του χώρου της πολιτικοϊστορικής επιστήμης, και της μελέτης του εμφυλίου. Προς το παρόν δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν την ιδιαίτερη κοινωνική τους θέση και τοποθετούνται, με αρκετές ταλαντεύσεις και αρκετά διστακτικά, στην αντιπαράθεση υπέρ της μιας ή της άλλης παράταξης.

Παρά το γεγονός ότι η αυτοκρατορική άποψη είναι εξαιρετικά προβληματική και ουσιαστικά θνησιγενής, μπορούμε να πούμε ότι - ακριβώς επειδή η αυτοκρατορική φάση της κοινωνικής πορείας είναι υποχρεωτική - είναι η κύρια πλευρά της αντιπαράθεσης, τόσο από πολιτική όσο και από επιστημονική άποψη. Είναι δηλαδή η άποψη που καθορίζει την μορφή και τον θεματικό τόπο της αντιπαράθεσης. Σ' αυτή την πλευρά οφείλεται το Δίκτυο για την Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων, που άσχετα αν χρησιμοποιήθηκε σαν πολιορκητικός κριός ενάντια στο εξουσιαστικό φρούριο της αντίπαλης πλευράς, κινητοποίησε τον χώρο της ιστοριογραφίας σε βαθμό που αποτέλεσε δυσάρεστη έκπληξη ακόμη και γι αυτούς που το ίδρυσαν. Τόσο που αναγκάστηκαν να το υποβαθμίσουν, από δικτυακό τόπο συζήτησης σε πίνακα ανακοινώσεων. Μέσα στο πλαίσιο που η ίδια επέβαλε, η αυτοκρατορική πλευρά θα προσπαθήσει να βρει έναν λόγο που την εκπροσωπεί. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου εύκολο γιατί η αυτοκρατορική επιστήμη δεν καλείται να αναπτύξει μια από τις αντιτιθέμενες πλευρές του πολιτικοϊστορικού λόγου αλλά την γενική θεσμοθέτηση μιας επιστημονικής τάξης, ενός πλαισίου, της αταξίας και του χάους στο οποίο οδηγεί την κοινωνία η ίδια η αυτοκρατορική πολιτική.

Το βάρος επομένως της προσδώσης ενός πολιτικού νοήματος στην αντιπαράθεση, πέφτει όπως πάντα στις πλάτες της αριστεράς, η οποία όμως δεν έχει ακόμα αντιληφθεί ότι απέναντι της δεν έχει πια την κλασική Δεξιά αλλά την εκπροσώπηση της αυτοκρατορικής πολιτικής στον χώρο της επιστήμης. Μέχρι σήμερα αυτή η πλευρά έχει αντιπαρατεθεί στην αυτοκρατορική από μια θέση δημοφιλή πολιτικά και ιδεολογικά αλλά - για λόγους που δεν είναι άμοιρη ευθυνών ότι υπάρχουν - εξαιρετικά επισφαλή μπροστά σε μια "επιστημονική" αμφισβήτηση. Οι μάχες που κέρδίσε αυτή η πλευρά, κερδίστηκαν χάρη στην κοινωνική εκτίμηση για τον ηρωισμό και την αντιφασιστική συνέπεια της αριστεράς της δεκαετίας του '40. Αντίθετα οι μάχες που έχασε η άλλη πλευρά χάθηκαν λόγω της άχαρης αλλά υποχρεωτικής απόπειράς της, να "δικαιώσει" τον δωσιλογισμό, τους ταγματασφαλίτες, και τους καθυστερημένους πόντιους ληστές του Τσαούς Αντών.

Το επιστημονικό σώμα που θα επεξεργαστεί το θέμα της στρατιωτικής σύγκρουσης της δεκαετίας του '40, στο συνέδριο της Πρέβεζας έχει παράξενα χαρακτηριστικά. Η αντιπαράθεση είναι εντελώς ανεπίκαιρη, αφού το ζήτημα επί του οποίου συγκρούονται (αντίσταση - δωσιλογισμός) έχει λυθεί και στην ελληνική κοινωνική συνείδηση και στην παγκόσμια. Οι ομάδες που αντιπαρατίθενται είναι άτυπες και επιπλέον δεν κινούνται με βάση την ρητή έκφραση της αντιπαράθεσης τους αλλά με βάση άρρητες προσωπικές σκοπιμότητες. Την επιστήμη δεν την επικαλείται η Αριστερά, αλλά η Δεξιά, που τοποθετείται με έναν γενικά βάσιμο επιστημονικό τρόπο, και προσελκύει εν μέρει την βάση της επιστημονικής κοινότητας, για να σαμποτάρει στην συνέχεια τον εαυτό της καταφεύγοντας σε μια πολιτικολογία που την γελοιοποιεί. Εν κατακλείδι (συμβολικά μιλώντας), μέσα στην δημιουργούμενη σύγχυση, το πλαίσιο ενός σύγχρονου πολιτικού λόγου, που έχουν ανάγκη τόσο η εξουσία όσο και η κοινωνία, αδυνατούν να το προτείνουν οι τάσεις στις οποίες αντίστοιχα αποβλέπουν προς τούτο.

Η διάταξη των "ιδεών" στο συνέδριο της Πρέβεζας.

Η αυτοκρατορική άποψη επέβαλε, όπως είπαμε ήδη, την άποψή της μέσα από την θεματολογία του συνεδρίου της Πρέβεζας. Κατάφερε να μην υπάρχει καμιά κεντρική τοποθέτηση που θα έφερνε, ρητά και επίσημα, τον προβληματισμό των συνέδρων στο θέμα των κοινωνικών δυνάμεων που συγκρούστηκαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι ο τίτλος του συνεδρίου (κοινωνία σε πόλεμο) καταντάει σχεδόν παραπειστικός αφού μέσα από τον πρόγραμμα των ομιλιών (των "ανακοινώσεων" κατά την αλαζονική πανεπιστημιακή ορολογία) φαίνεται ότι στο συνέδριο δεν θα εξεταστεί ποια κοινωνική αντιπαράθεση οδήγησε στην σφαγή του Β' Π. Π., όπως υπαινίσσεται ο τίτλος, άλλά θα "ανακοινωθεί" η τυπολογία των κοινωνικών προσώπων (άντρες, γυναίκες, παιδιά, πολίτες, στρατιώτες) που κρατούσαν ένα ντουφέκι στην δεκαετία του '40 και ο τύπος πολιτικού ή άλλου φλάμπουρου (ΕΛΑΣ, Στρατός, Δ.Σ. Τάγματα Ασφαλείας, Τουρκοπόντιοι κλπ. ) υπό το οποίο αυτοί κινήθηκαν ως ένοπλοι.

Ο προσανατολισμός του συνεδρίου, είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της αυτοκρατορικής αντίληψης για την ιστορία, η οποία θεωρεί την πολιτική σαν ένα από τα "προσχήματα" με τα οποία εκφράζεται η βία δηλαδή η ενστικτώδης επιθετικότητα του κοινωνικού ατόμου. Η αναγωγή, του δήθεν σύμφυτου στο κοινωνικό άτομο βίαιου ανταγωνισμού, σε θεμελιώδη αρχή, υποτίθεται ότι μπορεί να τεκμηριωθεί μέσα από τις κοινωνικές επιστήμες. Από εδώ προκύπτει και η δήθεν λατρεία της "διεπιστημονικής" εξέτασης της Ιστορίας και ο δήθεν σεβασμός στην λεγόμενη προφορική ιστορία. Η εγκαθίδρυση αυτής της αρχής δεν είναι καθόλου προϊόν "αμάθειας" των λειτουργών της αυτοκρατορικής πολιτικής. Προϊόν της φυσικής τυφλότητας της εξουσίας είναι η αδυναμία της λεγόμενης ηγεσίας του επιστημονικού κόσμου να αντιληφθεί ότι η εγκαθίδρυση της αρχής της βίας είναι η ύστατη ιδεολογική έκφραση της αστικής κυριαρχίας.

Στο πρόγραμμα ωστόσο του συνεδρίου δεν εκφράζεται σοβαρά η θεσμοθετική δράση της αυτοκρατορικής πλευράς. Είναι προφανές ότι αυτοί που την υπηρετούν περιορίστηκαν στο χτένισμα του προγράμματος του συνεδρίου ώστε να υποβιβαστεί ο απαιτούμενος επιστημονικός στοχασμός στην λεγόμενη "έρευνα". Επαφίενται από κει και πέρα όπως φαίνεται στην ικανότητα του Στάθη Καλύβα, να "διευθετήσει" τα θεσμικά ζητήματα με την συμμετοχή του στο στρογγυλό τραπέζι που θα βγάλει τα συμπεράσματα του συνεδρίου. Οι ομιλίες που ευνόησαν, είναι αυτές που προσπαθούν να αποκαταστήσουν την ανύπαρκτη συμμετρία ανάμεσα στους "αριστερούς" και "αντικομουνιστές" ένοπλους και αυτές που προσπαθούν να αποκαταστήσουν μια ασυμμετρία ανάμεσα στην "επίσημη" βία του στρατού και στην "ανεπίσημη" βία των υπολοίπων. Κεντρική σημασία έχει η ομιλία του Νίκου Μαραντζίδη ο οποίος μέσα στα πλαίσια των "τοπικών διαστάσεων" του πολέμου θα "ανακοινώσει" για μια εισέτι φορά την τεράστια σημασία που είχε για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η στάση των τουρκόφωνων πόντιων.

Η άλλη πλευρά του συνεδρίου παρά την συνεργασία και την συναίνεσή της στον αποπροσανατολιστικό προσανατολισμό του συνεδρίου, φαίνεται να επιμένει στην θέση που έχει διαλέξει στην μέχρι σήμερα αντιπαράθεση. Διακρίνεται σαφώς η "ανακοίνωση" του Γιώργου Μαργαρίτη, για την ένοπλη αντίσταση σαν παράγοντα του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Πρόκειται για την μοναδική ομιλία που φαίνεται ότι θα πραγματευθεί ένα κεντρικό ζήτημα της δεκαετίας του '40 και που αποτελεί θεματικό αντίβαρο στην προσπάθεια αναγωγής σε παράγοντα του Β' Π.Π. των αντικομουνιστικών συμμοριών σαν τους Τουρκόφωνους Πόντιους. Είναι προφανές ότι η ομιλία του συγγραφέα Γιώργου Μαργαρίτη θα κινηθεί στην γραμμή που χάραξε το βιβλίο του Φίλιππου Ηλιού για την "εμπλοκή του ΚΚΕ στον εμφύλιο", με το οποίο επεκτάθηκε στην περίοδο 46-49 η λογική της "νομιμότητας" της κομμουνιστικής πολιτικής και της εμπλοκής της στο παιχνίδι των μεγάλων δυνάμεων συμπεριλαμβανομένης της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι χαρακτηριστική τελικά η σύγκληση των δύο αντίθετων απόψεων σε μια ανεστραμμένη αντιπαράθεση όπου ξαφνικά η εξουσιαστική πλευρά, η αυτοκρατορική, ανακαλύπτει την κοινωνία και η κοινωνική πλευρά, η αριστερά, ανακαλύπτει την εξουσία.

Ανάμεσα όμως σ' αυτές τις δύο απόψεις που δεν τους λείπει η αμηχανία για την σχέση τους με τις δυνάμεις της κοινωνίας και της εξουσίας αντίστοιχα, των οποίων βεβαίως ο λόγος προσφέρει στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εντελώς διαφορετικές ερμηνείες από αυτές που υιοθετούν οι ομιλούντες, θα εκφραστούν ένας μεγάλος αριθμός απόψεων που όσο κι αν αφορούν λεπτομέρειες, μπορούν να αποδειχθούν, από εξαιρετικά εποικοδομητικές μέχρι εξαιρετικά αποπροσανατολιστικές για την κατανόηση των συγκρούσεων της δεκαετίας. Η ομιλία του Πολυμέρη Βόγλη για παράδειγμα, για τις διαφορές στην οργάνωση και στην δράση του ΕΛΑΣ και του Δ.Σ., μπορεί να φωτίσει ή να συσκοτίσει την ιστορική συνέχεια και ασυνέχεια των αντίστοιχων ιστορικών φάσεων, ανάλογα με την πολιτική αντίληψη με την οποία θα ειδωθεί το θέμα που πραγματεύεται. Η παρουσία των γυναικών στον ΕΛΑΣ και στον Δ.Σ. με την οποία θα ασχοληθεί η Τασούλα Βερβενιώτη, μπορεί να γίνει αφετηρία για την αναγνώριση ενός στρατού νέου τύπου ή για την αναγνώριση ενός επεισοδίου στο φεμινιστικό κίνημα που αποδεικνύει την "ισότητα" των δύο φύλων.

Η σημασία του Συνεδρίου

Ο παράγοντας που θα καθορίσει τελικά την σημασία του συνεδρίου της Πρέβεζας, παρά την προσπάθεια να προκαθοριστεί αυτή, είναι η στάση του μεγάλου αριθμού των ομιλητών και ακόμα η στάση του αυτών που συμμετέχουν στο συνέδριο. Η λογική εξέταση κάθε φαινομένου είναι μια συνεχής διαδρομή από το γενικό στο ειδικό και από την παρατήρηση στην ερμηνεία. Στο συνέδριο της Πρέβεζας έγινε μια προσπάθεια να αποκλειστεί και η γενίκευση και η ερμηνεία. Όσο και αν υποταχθούν όμως οι επιστήμονες στην σκοπιμότητα της αποσιώπησης οι διαδρομές στις οποίες αναφερθήκαμε είναι αποτυπωμένες πάνω στα ίδια τα πράγματα που εξετάζονται, είτε είναι καταστάσεις ειδικές, είτε είναι αντικείμενα προς παρατήρηση. Από αυτή την άποψη το συνέδριο της Πρέβέζας θα έχει χρησιμότητες που δεν μπορούμε ακόμα να τις φανταστούμε. Ήδη η μέχρι σήμερα πορεία της επιστημονικής κοινότητας δείχνει πως μέσα από τις πιο βάρβαρες επεμβάσεις προχωράει η γνώση.

Τα τέσσερα τελευταία - μαζί με το επικείμενο - συνέδρια, (εμφύλια βία, πρόσφυγες, δωσιλογισμός, πόλεμος) έθεσαν τα βασικά ζητήματα του Εμφύλιου. Μπορεί να μην έβαλαν τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων, αλλά και δημιούργησαν "δάκτυλον" και "εντόπισαν" τους τύπους των ήλων έστω και προσπαθώντας να τους κρύψουν. Δημιούργησαν δηλαδή ενδιαφέροντα και ακόμη και μέσα από τον κατακερματισμό του κεντρικού ζητήματος, κατάφεραν άθελά τους να δείξουν ότι δεν υπάρχει η παραμικρή λεπτομέρεια που να μην φέρει ανάγλυφα την σφραγίδα αυτού του αποσιωπημένου κεντρικού ζητήματος. Ενόψει της Πρέβεζας έβαλαν τα δυνατά τους. Παρά την σύγκρουση που συνεχίζεται, οι δυο πλευρές συνεργάστηκαν και κατάφεραν να κατευθύνουν την θεματολογία του συνεδρίου στις λεπτομέρειες της πολεμικής σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης που αποδεκάτισε την ανθρωπότητα και κυρίως την αριστερά της. Κατάφεραν δηλαδή να βγάλουν εκτός θέματος το κεντρικό πολιτικό ζήτημα που είναι η εξέταση της ιστορικής φυσιογνωμίας της δεκαετίας του '40.

Η αποσαφήνιση της ιστορίας δεν είναι ασφαλώς πολύ εύκολη υπόθεση. Είναι όμως φανερό ότι το ζήτημα που εκκρεμεί είναι η πολιτική ερμηνεία της σύγκρουσης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στην ουσία εκεί, σ' αυτή την προσπάθεια ερμηνείας, συγκλίνει το ενδιαφέρον όλων των πλευρών της κοινωνίας με ποιο βιαστική απ' όλες τις πλευρές, όσο παράξενο και αν φαίνεται, την πλευρά της αυτοκρατορικής πολιτικής. Σε ένα επόμενο κείμενο θα κάνουμε μια προσπάθεια να διατυπώσουμε εδώ μια άποψη για τα γενικά δεδομένα και τις ενδεχόμενες απαντήσεις σ' αυτό το ζήτημα. Θα γίνει δηλαδή μια προσπάθεια να διατυπωθεί η άποψη που με νηπιακή αφέλεια οι μεν και δομημένη αφέλεια οι δε, ομολογούν ότι δεν "συμφωνεί" με τον "επιστημονικό" προσανατολισμό του συνεδρίου.

ΣΕΛΙΔΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ: ΤΟΠΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ