Το πολιτικό παιχνίδι παίζεται στην κοινωνική βάση
 
Τρίτη, 21 Νοεμβρίου
αρχική σελίδα | σημειώματα | άρθρα | σχόλια | παρουσιάσεις | όλα τα κείμενα
ΑΡΘΡΟ

Το άρθρο δεν υπαρχει σε αρχείο τύπου file.pdf


Αυτοκρατορία
Συνθήκη της Βάρκιζας
Μνημόνιο Συμβουλίου Ευρώπης
Δεκεμβρης '44
Τσιριμώκος Ηλίας
Παρτσαλίδης Μήτσος
Σιάντος Γιώργης
Η μνήμη της Βάρκιζας και το μνημόνιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
του Κωστή Παπαϊωάννου Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2006
 
 

Σαν σήμερα στις, 12 Φεβρουαρίου του 1945, υπογραφόταν στην Βάρκιζα η συμφωνία που θα σφράγιζε το πολιτικό μέλλον, άμεσα της Ελληνικής και έμμεσα της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Η ιστορική σημασία αυτής της άθλιας συμφωνίας είναι φανερή. Ο πόλεμος δεν είχε ακόμα τελειώσει. Έχει αρχίσει όμως ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα στους νικητές. Τυπικά πρόκειται για την επίλυση του προβλήματος της ανάπτυξης των στρατευμάτων τους, στα κενά που άφηνε η υποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων. Από πολιτική άποψη, εκ πρώτης όψεως ήταν ένας αγώνας δρόμου, ανάμεσα στις μεγάλες, "δυτικές" και "ανατολικές", δυνάμεις για το μοίρασμα του κόσμου. Στην πραγματικότητα όμως το "διακύβευμα" ήταν η προοπτική της παγκόσμιας κοινωνίας μετά από την συντριβή του φασισμού.

varkiza_treatyΗ εξέγερση των Δεκεμβριανών είναι η πρώτη εκδήλωση της πολιτικής κρίσης που θα επικρατούσε μόνιμα πια στον μεταπολεμικό κόσμο. Η παράδοξη έκβαση αυτής της αιματηρής πολιτικής κρίσης ήταν η συμφωνία της Βάρκιζας: Με μοναδική "παραχώρηση" ένα ευχολόγιο, για ειρήνευση, ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας, μια κυβέρνηση χωρίς καμιά υπόσταση, καμιά νομιμοποίηση, καμιά υπόληψη στην ελληνική κοινωνία, καταφέρνει να εξασφαλίσει την κυριαρχία της, χάρη στην πολιτική αυτοκτονία της πολιτικής παράταξης που αποτελούσε την μοναδική αναγνωρίσιμη και υπολογίσιμη, πολιτική και στρατιωτική δύναμη. Η παραίτηση του βέβαιου νικητή από την νίκη, και η παράδοση της εξουσίας στον βέβαιο ηττημένο είναι το "Σύνδρομο της Βάρκιζας".

Είχαν συνείδηση της σημασίας της, αυτοί που υπέγραφαν αυτή την συμφωνία; Προφανώς όχι! Η πιο πάνω φωτογραφία, από την στιγμή της υπογραφής της συμφωνίας της Βάρκιζας, είναι χαρακτηριστική: Οι τρεις που υπογράφουν την συμφωνία, σαν εκπρόσωποι του ΕΑΜ, είναι, από αριστερά, ο Ηλίας Τσιριμώκος, δίπλα του, ο Γιώργης Σιάντος και τρίτος ο Μήτσος Παρτσαλίδης. Όρθιοι από πάνω τους, διάφοροι που, αν κρίνει κανείς από το ντύσιμό τους, πρέπει να ήταν, οι περισσότεροι, στην κυβερνητική πλευρά. Τι συμπέρασμα μπορεί να βγάλει κανείς από την στάση και το ύφος των τελευταίων; Κοιτάζουν αυτούς που υπογράφουν με ενδιαφέρον αλλά και με ένα ελαφρύ, αμήχανο χαμόγελο, σαν να συμβαίνει κάτι το αξιοπερίεργο, αλλά και κάτι που δεν πιστεύουν πως συμβαίνει.

Αξιοπρόσεκτοι είναι αυτοί που υπογράφουν. Κανείς δεν θα πίστευε ότι πρόκειται για μια τριμελή αντιπροσωπεία του ΕΑΜ. Ο Τσιριμώκος κοιτάζει αλλού, απορροφημένος από αυτό που βλέπει και πάντως καθόλου συγκεντρωμένος σ' αυτό που συμβαίνει. Η μετέπειτα ιστορία του έδειξε πως είτε ήταν είτε όχι, πράκτορας των Άγγλων όπως κατηγορήθηκε, είναι βέβαιο ότι η υπογραφή της συμφωνίας τον βόλευε. Ο Σιάντος υπογράφει σοβαρός και αφοσιωμένος σ' αυτό που κάνει και δείχνει να παίρνει στα σοβαρά την υπογραφή του. Λίγες μέρες πριν, στην σύσκεψη των Ελλήνων πολιτικών, που έγινε κατά την επίσκεψη του Τσώρτσιλ στην Αθήνα, απέκλειε την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ, εκτός αν σχηματιζόταν μια κυβέρνηση κοινής αποδοχής. Με τους όρους όμως που έθετε, για την αποδοχή αυτής της κυβέρνησης, εξωράιζε στην πραγματικότητα την κατάσταση. Αν οι αντίπαλοι του ΕΑΜ, ήταν δυνατόν να αποδεχθούν αυτούς τους όρους, δεν θα είχαν καταφύγει σε μια σύγκρουση, που παρά τα εκ των υστέρων λεγόμενα, ήταν το λιγότερο εξαιρετικά αβέβαιης έκβασης. Με τους όρους που έθετε, παρά το αυστηρό ύφος, ήταν σα να θεωρούσε ότι η Αριστερά, είχε απέναντί της, πραγματικούς συμμάχους και συνεργάτες και όχι κάποιους που συμμάχησαν, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι και που, στην πρώτη ευκαιρία μετά την νίκη, έστησαν τα πολυβόλα να σκοτώσουν τον κόσμο που ζητούσε την καταδίκη των προδοτών. Ο Σιάντος άλλωστε, στην ίδια σύσκεψη, εξέφραζε την άποψη ότι το ζήτημα των όπλων θα λύνονταν μεταξύ ΕΑΜ και Εγγλέζων. Όταν όμως οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ ζητάνε να δουν τον Τσόρτσιλ, αυτός τους αποπέμπει, λέγοντας ότι θεωρεί το ζήτημα είναι ελληνικό. Ο Ζαχαριάδης, όταν ήρθε στην Ελλάδα "τίμησε" τη συμφωνία της Βάρκιζας, αργότερα όμως δεν είχε πρόβλημα να κατηγορήσει τον Σιάντο σαν πράκτορα των Άγγλων. Τέλος ο Παρτσαλίδης, σε αυτή τη φωτογραφία, δείχνει να βρίσκεται στον κόσμο του. Κοιτάζει, με την πένα στο χέρι, σαν μαθητής που αντιγράφει, τι κάνει ο διπλανός του. Αργότερα, όταν ξεκαθαρίσει και αυτός την θέση του, θα υποστηρίξει ότι το ΕΑΜ δεν μπορούσε παρά να υπογράψει, την Συμφωνία της Βάρκιζας.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο, σε όποιον παρατηρεί αυτή τη φωτογραφία. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν σ' αυτή τη συμφωνία σίγουρα δεν αντιλαμβάνονται, ούτε την σοβαρότητα της κατάστασης που αντιμετωπίζουν, ούτε την σοβαρότητα της κατάστασης που - μέσω της υπογραφής τους - δημιουργούν. Δεν έχει κανείς την ίδια εντύπωση όταν βλέπει τις φωτογραφίες από τις σκηνές της παράδοσης των όπλων, που επιβλήθηκε με την συμφωνία της Βάρκιζας. Σε αυτές τις φωτογραφίες οι αντάρτες δίνουν τα όπλα τους κλαίγοντας. Μπορεί να μην είχαν ακούσει ποτέ τη ρήση: "η εξουσία βρίσκεται στην κάνη του όπλου", αλλά την είχαν ενσωματώσει, στη συνείδησή τους, μέσα από τη δική τους πείρα και τα δικά τους αισθήματα. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα: Πώς ήταν δυνατόν αυτό που ήξεραν ή διαισθανόταν, οι απλοί κάτοικοι της Αθήνας και οι μαχητές του ΕΛΑΣ, να μην το ξέρουν αυτοί που είχαν την αρμοδιότητα να υπογράψουν ή να μην υπογράψουν τη συμφωνία της Βάρκιζας; Η εξήγηση της συμφωνίας της Βάρκιζας και η ερμηνεία του σχετικού "Συνδρόμου της Βάρκιζας" βρίσκεται στον κοινό παρανομαστή, ανάμεσα στους αρμόδιους και στους απλούς πολίτες από τη μια μεριά και από την άλλη μεριά της σύγκρουσης. Ο κοινός παρονομαστής δεν είναι άλλος δεν είναι άλλος, κατά τη γνώμη του γράφοντος, αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί κοινωνική συνείδηση ή κοινωνική ταυτότητα, και παρά τις εσωτερικές κοινωνικές, πολιτικές και άλλες, αντιθέσεις καθορίζεται με έναν διαλεκτικά ενιαίο τρόπο από την ιστορική συγκυρία.

Η ερμηνεία του "Συνδρόμου της Βάρκιζας", αυτού του ιστορικού παράδοξου που έχει επαναληφθεί σε πολλές μεγάλες και μικρές περιπτώσεις στην Ελλάδα και διεθνώς, δεν έχει δοθεί ακόμα. Η επιστημονική προσέγγιση των ιστορικών ζητημάτων δεν έχει καν γεννηθεί. Δεν έχει αρχίσει να αναζητιέται ακόμα η ιστορική ουσία, η ορμή της κοινωνικής προοπτικής, που ενυπάρχει σε κάθε πολιτική αντιπαράθεση και ιδιαίτερα σ' αυτήν του Β' Π.Π. Αυτό που έχει αρχίσει, είναι, οι αυτοκρατορικές φανφάρες, μερικών επιστημόνων της Ιστορίας και της Πολιτικής που, με πρόσχημα την προφανή αναγκαιότητα για αναπροσαρμογή της πολιτικοϊστορικής σκέψης, επιχειρούν δήθεν την αναθεώρησή της. Στην πραγματικότητα όμως επιχειρούν την αφαίρεση της σημασίας της ιστορίας από την πολιτική και την αφαίρεση της σημασίας της πολιτικής από την ιστορία. Η ερμηνεία του "Συνδρόμου της Βάρκιζας", είναι μια αναγκαία αλλά και επίπονη διαδικασία, που όμως ανήκει στην κοινωνική λειτουργία και δεν μπορεί να περιοριστεί στις επιστημονικές έρευνες ακαδημαϊκού τύπου. Σε έρευνες, δηλαδή που ευνοούνται και χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών και άλλων επιστημονικών ιδρυμάτων, ευελπιστώντας ότι έτσι θα καλυφθούν οι ανάγκες των μηχανισμών εξουσίας. Στην σημερινή πολιτική συγκυρία, είναι φανερό πως ενθαρρύνονται έρευνες που θα εξασφαλίσουν την ιδεολογική υποστήριξη στην επιχειρούμενη μετάβαση από την ψυχροπολεμική πολιτική εξουσία, στην αυτοκρατορική πολιτική εξουσία.

Αυτές οι έρευνες όμως κινητοποιούν δυνάμεις - ανάμεσα στους επιστήμονες - που στις αναμενόμενες φάσεις όξυνσης της εξουσιαστικής κρίσης, θα ξεφύγουν από τις δεσμεύσεις των πολιτικών και ακαδημαϊκών συμβιβασμών. Αυτές οι δεσμεύσεις άλλωστε δεν έχουν κανένα αντίκρισμα, σε ανταμοιβή της προοπτικής και της υγιούς φιλοδοξίας που προκύπτουν από την επιστημονική θέση κάθε επιστήμονα. Είναι δεσμεύσεις που παράγονται από την διαδικασία της αγοράς και επομένως έχουν τα όρια της αγοράς. Αντίθετα, η απαιτούμενη αναπροσαρμογή της πολιτικής και ιστορικής σκέψης, είναι απαραίτητο μέρος της αναπροσαρμογής της κοινωνικής συνείδησης. Αυτή, με τη σειρά της, απαιτεί την αναπροσαρμογή της πολιτικής έκφρασης της κοινωνίας, τόσο στην συντηρητική, όσο και στην επαναστατική της πλευρά. Η συντηρητική πλευρά, άρχισε ήδη (κουτσά στραβά) να σχηματίζεται. Η αυτοκρατορική πολιτική διαμορφώνει ήδη τους μηχανισμούς της. Το αντικομουνιστικό μνημόνιο, του συμβουλίου της Ευρώπης, είναι ήδη μια εκδήλωση της ευρωπαϊκής εκδοχής της αυτοκρατορικής πολιτικής. Η επαναστατική πλευρά δεν είναι τόσο εύκολο να σχηματιστεί. Απαιτείται, σαν πρώτο βήμα, να κατανοηθεί εκ μέρους της, η βασιμότητα και η ουσιαστική υπόσταση της συντηρητικής πλευράς, ώστε να κατανοηθεί, σαν δεύτερο βήμα, η πραγματική βάση της αντίθεσής της μ' αυτήν και να διαμορφωθεί - καταρχήν σε επίπεδο πολιτικού λόγου - μια πραγματική και όχι εικονική αντιπαράθεση μεταξύ συντηρητισμού και επαναστατικότητας.

Η σειρά των σταδιακών κατανοήσεων και των ερμηνειών, εκ μέρους της κοινωνικής βάσης, που διαμορφώνουν μια πολιτική αντίθετη στην αυτοκρατορική πολιτική, θα οδηγήσουν στο σχηματισμό ενός πολιτικού φορέα αντίστοιχου αλλά και αντιθέτου στον πολιτικό φορέα, που πασχίζουν να δημιουργήσουν οι παράγοντες της αστικής εξουσίας, με τις διάφορες αναδομήσεις και επανιδρύσεις. Αυτός ο πολιτικός φορέας, δεν είναι δυνατό, ούτε να προκύψει, ούτε να μοιάζει, με αυτό που ονομάζεται σήμερα "υπαρκτή" Αριστερά, η οποία φανερά προσανατολίζεται σε ένα ρόλο συμπληρωματικό στην κυρίαρχη αυτοκρατορική πολιτική. Φορέας επαναστατικής πολιτικής, σήμερα ούτε υπάρχει ούτε θα μπορούσε να υπάρχει. Από την άλλη μεριά όμως, κάθε άλλο παρά μπορεί να αποτραπεί ο σχηματισμός του αφού, δεν μπορεί παρά να σχηματιστεί μέσα από τις κοινωνικές αντιδράσεις, που γεννούν οι ίδιες οι πολιτικές και οργανωτικές ρυθμίσεις που προσπαθεί να επιβάλει η συντηρητική πλευρά που αναφέραμε.

Σήμερα, 61 χρόνια μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, μια νέα Ευρώπη, επίσης ανύπαρκτη όσο και η απελευθερωμένη από την κατοχή των Ναζί Ελλάδα, "εξοπλίζεται" και σφραγίζεται ιδεολογικά με ένα μνημόνιο το οποίο θυμίζει στους πολίτες της Ευρώπης, τα "εγκλήματα" του κομμουνισμού. Οι σημερινές συνθήκες καθώς και το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει το γεγονός αυτό, είναι ασφαλώς διαφορετικές, από αυτές της επόμενης μέρας μετά τον Β'Π.Π., θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να μην προσέξουμε, σε τι συνίστανται οι διαφορές και ακόμα μεγαλύτερο λάθος να μην προσέξουμε την ομοιότητα των δύο εποχών. Στα 60 χρόνια που πέρασαν, η αντίθεση των προοπτικών ανάμεσα στη συντηρητική και στην επαναστατική πλευρά της κοινωνίας παραμένει εκκρεμής. Αυτή η βασική ομοιότητα των εποχών δεν αναιρείται αλλά αντίθετα εντείνεται, από την διαφορά τους, που δεν είναι άλλη από την συσσώρευση παραγόντων που καθιστούν την αντίθεσή ανάμεσα στις δύο προοπτικές ακόμα πιο έντονη και πιο επείγουσα. Το λεγόμενο αντικομουνιστικό μνημόνιο, προσπαθεί να υποβάλει, στο πεδίο της ιστορικής μνήμης, αυτό που η συμφωνία της Βάρκιζας προσπάθησε να υποβάλει, στο πεδίο της πολιτικής συνείδησης: την πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός είναι μια εγκληματική πολιτική. Αυτός είναι ο κύριος στόχος του μνημονίου, είναι όμως αμφίβολο αν το πραγματικό περιεχόμενο της προσπάθειας, είναι να πεισθεί όλη την ευρωπαϊκή κοινωνία για την εγκληματική "φύση" της κομμουνιστικής πολιτικής. Εξ αντικειμένου το μνημόνιο, οξύνει την αντίθεση ανάμεσα στην φασιστική προοπτική και στην κομμουνιστική προοπτική, μια αντίθεση δηλαδή που θα δώσει το έδαφος, για μια εξουσία που θα ρυθμίζει την σύγκρουση, επεμβαίνοντας πότε υπέρ της μιας και πότε υπέρ της άλλης πλευράς. Έτσι μόνο εξηγείται και η παράλληλη ψήφιση ενός "αντιφασιστικού" μνημονίου όσο και αν αυτή η παράλληλη κίνηση μπορεί να θεωρηθεί παραπειστική.

Το γεγονός της καταδίκης, μ' ένα παράλληλο μνημόνιο, της "νοσταλγίας" του φασισμού, δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει την προσχηματική, όσο και αναγκαστική, δήθεν καταδίκη του δοσιλογισμού, από το γελοίο κείμενο της συμφωνίας της Βάρκιζας. Παρά το γεγονός ότι τότε οι φασιστικές δυνάμεις, ήσαν πολύ πιο σαφείς και διακεκριμένες και με νωπά τα πεπραγμένα τους σε βάρος της ελληνικής κοινωνίας, παρά το γεγονός ότι από πολιτική άποψη η κοινωνική βάση του φασισμού ήταν απαραίτητη για την άσκηση της εξουσίας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη σημασία που είχε η - έστω και προσχηματική - παράλληλη καταδίκη, ή μάλλον υπόσχεση για καταδίκη, των εγκλημάτων του φασισμού - δωσιλογισμού. Η τάση, με άλλα λόγια της εξουσίας, να αρθεί υπεράνω των κοινωνικών αντιθέσεων, τάση που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της αυτοκρατορικής εξουσίας, ήταν παρούσα και στις άγριες κατά τα άλλα πολιτικές συνθήκες εκείνης της εποχής. Τάση που είναι φανερή, και στην προώθηση του αντικομουνιστικού μνημονίου, και που - καθόλου περίεργα - παρακάμπτεται από όλες τις πολιτικές απόψεις της σημερινής αριστεράς. Η σημερινή "υπαρκτή" Αριστερά δεν θέλει να κατανοήσει την σημασία και την βασιμότητα της αυτοκρατορικής πολιτικής. Γιατί αυτό θα σήμαινε και την "κατανόηση" της ανάγκης για μια καινούργια πολιτική συγκρότηση που να εκφράζει την επαναστατική πλευρά της κοινωνίας. Συγκρότηση που οι ηγεσίες της "υπαρκτής" Αριστεράς απορρίπτουν ασυζητητί.

Εκείνη την εποχή, τα περί συμφιλίωσης του ελληνικού λαού και κοινής προσπάθειας για ειρήνευση και ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας δεν ξεγέλασαν κανέναν, απ' αυτούς που δεν είχαν συμφέρον να γελαστούν. Ήταν φανερό ότι η συμφωνία της Βάρκιζας θα ήταν η αφετηρία της φυσικής ή ψυχολογικής, εξόντωσης του επαναστατικής πλευράς της κοινωνίας, και της καθυπόταξης του πιο ζωντανού κομματιού του κομμουνιστικού κινήματος. Παρόλα αυτά, το "Σύνδρομο της Βάρκιζας" λειτούργησε, και αργότερα, σε πολλές περιπτώσεις. Λειτούργησε στο τέλος του εμφυλίου, λειτούργησε στην αποδοχή της διαιώνισης της πολιτικής προσφυγιάς, λειτούργησε στην παραχώρηση ολόκληρης της πνευματικής δύναμης της αριστεράς στα σχέδια ανάπτυξης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, λειτούργησε στην παράδοση των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς στην Ένωση Κέντρου, λειτούργησε στον εφησυχασμό της ελληνικής κοινωνίας ενόψει της φανερά επερχόμενης δικτατορίας, λειτούργησε τέλος στη μεταπολίτευση του 1974. Με λίγα λόγια, κάθε φορά που η αστική εξουσία είχε ανάγκη από μια υποχώρηση της Αριστεράς, η Αριστερά ήταν έτοιμη να παραχωρήσει αυτό που της ζητούσαν οι αντίπαλοί της. Το πρόβλημα της Αριστεράς ήταν μόνο ότι τα ανταλλάγματα που συνήθως έπαιρνε για τις παραχωρήσεις της ήταν ασήμαντα. Στο τέλος δεν χρειαζόταν πια να της ζητήσει κανείς την υποχώρηση, αφού ήταν έτοιμη να προλάβει και σε πολλές περιπτώσεις να μηχανευτεί με δική της πρωτοβουλία, την υποχώρηση που χρειαζόταν ο αντίπαλός της.

Παραλείψαμε εδώ να μιλήσουμε, για την εσωτερική αντιπαράθεση, στην Αριστερά και μιλάμε μόνο για το τελικό αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αντιπαράθεση αυτή δεν έχει τεράστια σημασία, δεν έχει όμως νόημα να αναφερθεί, πέρα από την επισήμανση ότι υπήρξε, όταν μιλάμε για την σχέση ανάμεσα στην - καλή ή κακή, πολιτικής εκπροσώπησης της επαναστατικής τάσης της κοινωνίας και στην πολιτική εκπροσώπηση της συντηρητικής τάσης. Το αποτέλεσμα αυτών των σχέσεων, στις έξι δεκαετίες που πέρασαν από την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας μέχρι σήμερα, ήταν να περάσει σχεδόν ολόκληρος ο εξοπλισμός της επαναστατικής αριστεράς στα χέρια της συντηρητικής παράταξης, μεταμορφωμένος κατάλληλα σε σχεδιασμούς και οργανωτικές ρυθμίσεις και πολιτιστική ανάπτυξη. Ο εξοπλισμός αυτός ήταν περίπου το λάφυρο από τη μάχη που έδωσε και που κέρδισε, χάρη στην συνθηκολόγηση της αντιπάλου πλευράς, η συντηρητική παράταξη. Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο, αυτού του πολιτικού πλιάτσικου, ήταν η "υιοθέτηση" μιας μορφής κομματικής οργάνωσης, από όλα τα αστικά κόμματα. Μιας μορφής βέβαια κατάλληλα παραποιημένης, της οποίας η "υπαρκτή" Αριστερά έχει αναλάβει την συνεχή συντήρηση και αναπροσαρμογή. Είναι χαρακτηριστική, ως προς την προσπάθεια των αστικών κομμάτων να χρησιμοποιήσουν τις μεθόδους και την οργάνωση της αριστεράς, η απροθυμία τους να ονομασθούν συνεχιστές της φασιστικής δεξιάς.

Αφού η Αριστερά παρέδωσε τα όπλα της στην Βάρκιζα, συνέχισε να παραδίδει όλο της τον πολιτικό πλούτο καταντώντας σήμερα ένας βοηθητικός και εκπαιδευτικός οργανισμός στην πολιτική σκηνή. Αυτό το βοηθητικό ρόλο, η Αριστερά εθισμένη στην πολιτική ζητιανιά, τον ερμηνεύει σαν αποδοχή της πολιτικής της εκ μέρους της εξουσίας. Αυτός είναι και ο λόγος που το ανόητο ιδεολόγημα της πανεπιστημιακής Δεξιάς, περί Αριστεράς που καίτοι νικήθηκε στον Εμφύλιο, κυριάρχησε στο πανεπιστήμιο (ρεβάνς των ηττημένων και άλλες παρόμοιες ανοησίες), έγινε αποδεκτό με τόση προθυμία και από τις δύο μεριές της μεταπολιτευτικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Είναι όμως αλήθεια ότι ανεξάρτητα από την βοηθητική, πλην καθόλου αμελητέα, σημασία του ρόλου της αριστεράς, ιδιαίτερα στο πολιτιστικό επίπεδο, ο ρόλος αυτός δεν παύει να είναι εξουσιαστικός. Οι υπηρέτες της εξουσίας και μάλιστα όταν δεν μιλάμε απλώς για την κρατική αλλά για την διευρυμένη εξουσία, δεν μετέχουν λιγότερο στην εξουσία από τους εντολείς τους. Είναι άλλο θέμα αν ο ανταγωνισμός στο επίπεδο της εξουσίας, οδηγεί αναγκαστικά σε μια ιδιαίτερη ιεραρχία μέσα στον διευρυμένο χώρο της εξουσίας, με αντιθέσεις που εύκολα εκλαμβάνονται σαν δήθεν αντιθέσεις ανάμεσα σε "εξουσιαστές" και "αντιεξουσιαστές"!

Αυτή η κατάσταση που εξελίχθηκε σε όλη τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου μετά την πτώση των τειχών, ήταν φανερό ότι κατάντησε αδιέξοδη. Η υπαγωγή και συγχρόνως συμμετοχή της Αριστεράς στην εξουσία της Δεξιάς, δεν ήταν πλέον ένα σχήμα βόλευε στην άσκηση της εξουσιαστικής πολιτικής. Από εδώ προέρχονται, όλες οι αναζητήσεις που βλέπουμε σήμερα να εξελίσσονται αμήχανα μεν αλλά βιαστικά και ορμητικά. Το κίνητρο της αυτοκρατορικής πολιτικής είναι η ανάγκη της να προσαρμοστεί στα καινούργια πραγματικά δεδομένα που δημιούργησε η συστέγαση στην εξουσία Αριστεράς και Δεξιάς και η αναγωγή του εξουσιαστικού συστήματος σε ένα παγκοσμίως ενιαίο σύστημα σε Ανατολή και Δύση. Η συμφωνία της Βάρκιζας δεν επεδίωκε την εξόντωση της Αριστεράς αλλά την εξόντωση της επαναστατικής της τάσης, και την υποταγή της στην κρατική εξουσία. Τα πράγματα δεν ήρθαν ακριβώς όπως τα ήθελε ο ντε φάκτο "νους" της αστικής εξουσίας, γιατί οι αντιθέσεις μέσα στην ελληνική κοινωνία ήταν πάντα πολύ οξύτερες απ' ότι χρειαζόταν για να λειτουργήσει η κοινωνία κατά τα σχέδια αυτού του εξουσιαστικού "νου". Η συμφωνία της Βάρκιζας πάντως, επεδίωκε όχι τόσο μια κατάσταση απόλυτης εξουσίας όσο, μια αντίθεση (μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς εκείνη την εποχή) την οποία θα ρύθμιζε η αστική εξουσία, ή ακόμα καλύτερα μέσω της οποίας θα προέκυπτε η αστική εξουσία.

Η αυτοκρατορική εξουσία δεν έχει πια άλλη διέξοδο από την "ιδανική" εφαρμογή αυτού του σχεδίου. Ο ρους της ιστορίας έφερε τις δοκιμές που ξέρουμε, δηλαδή την κατασκευή της τρομοκρατίας και αντιτρομοκρατίας. Σήμερα οδηγεί στην κατασκευή που αποπειράται να παρουσιάσει το Συμβούλιο της Ευρώπης προωθώντας τα δύο μνημόνια στην Ε.Ε. Όποιος περιμένει οι απόπειρες τέτοιου είδους, επειδή έχουν μεγάλη σημασία και εμβέλεια, να είναι άψογα δείγματα πολιτικού σχεδιασμού κάνει λάθος. Αντίθετα πρέπει να αναμένεται ότι τα σχέδια αυτά είναι - ως κείμενα - πρότυπα γελοιότητας. Ακριβώς γιατί η εξουσία έχει πάντα ένα στοιχείο παραλογισμού, αλλιώς δεν θα χρειαζόταν ως εξουσία. Όταν μάλιστα η μόνη της χρησιμότητα, όπως σήμερα, είναι ότι αν δεν υπήρχε, στη θέση της θα υπήρχε ένα κενό, τότε όχι μόνο αναμένεται αλλά οφείλει να είναι πρότυπο γελοιότητας από κάθε άποψη. Αυτό που τρομοκράτησε την ελληνική κοινωνία στη συμφωνία της Βάρκιζας ήταν ακριβώς η γελοιότητα στην έμπρακτη και ρητή έκφραση της πολιτικής που επικράτησε. Το ίδιο πράγμα τρομοκρατεί σήμερα την παγκόσμια κοινωνία: η γελοιότητα με την οποία εκφράζεται τόσο η "συμπολίτευση" όσο και η "αντιπολίτευση" της πλανητικής αυτοκρατορικής εξουσίας.

ΣΕΛΙΔΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ: ΤΟΠΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ