Το πολιτικό παιχνίδι παίζεται στην κοινωνική βάση
 
Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου
αρχική σελίδα | σημειώματα | άρθρα | σχόλια | παρουσιάσεις | όλα τα κείμενα
ΑΡΘΡΟ

Το άρθρο δεν υπαρχει σε αρχείο τύπου file.pdf


πόλεμος, θεωρία
Παλαιστινιακό
Η κρίση στο Λίβανο και η "διευθέτησή" της
του Κωστή Παπαϊωάννου Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2006
 
 

Η νέα κρίση στην μέση ανατολή, με την επιδρομή στο Λίβανο, έχει ασφαλώς τα γενικά χαρακτηριστικά της Παλαιστινιακής κρίσης, που έχει γίνει πια χρόνια, παρουσιάζει ωστόσο, η κρίση στο Λίβανο τα πικρά αυτά χαρακτηριστικά με μια ιδιαιτερότητα που βοηθάει, στην διευκρίνιση του σκηνικού και του περιεχομένου των συγχρόνων συγκρούσεων. Με άλλα λόγια, ενώ ο συνδυασμός "πόλεμου" και "ειρήνης" στην περίπτωση του Ιράκ, απαιτούσε ερμηνεία, για να γίνει κατανοητός από πολιτική και ιστορική άποψη, τα ανάλογα πολεμικά γεγονότα του Λιβάνου, δεν έχουν ανάγκη καμιάς ερμηνευτικής προσπάθειας για να αποκτήσουν νόημα. Η επισημότητα τόσο της σφαγής όσο και της υποκριτικής γενικής αγανάκτησης, για την σφαγή, αποκαλύπτει, ότι τα θεωρητικά σχήματα, που ίσχυαν μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τις σημερινές στρατιωτικοπολιτικές συγκρούσεις. Η άποψη αυτή, που στην περίπτωση του Ιράκ αντιμετωπιζόταν με μια εχθρική ειρωνεία, ιδίως από πολιτικές σκοπιές σαν του ΚΚΕ, στην περίπτωση του Λιβάνου συναντά μεν την ειρωνεία αλλά τώρα η ειρωνεία δεν είναι τόσο άνετη.

Σε κάθε σύγκρουση το κεντρικό ζήτημα που αντιμετωπίζει κανείς σήμερα, δεν είναι να διακρίνει, το διακύβευμα της σύγκρουσης αλλά να διακρίνει τις πλευρές της, δηλαδή ανάμεσα σε ποιους βρίσκεται η γραμμή του μετώπου. Μέχρι σήμερα κανείς δεν αναρωτιόταν, ποιος πολεμάει εναντίον ποιού, στην περιοχή της Παλαιστίνης. Σήμερα όμως η αντίθεση που περιγράφεται από τα λόγια αυτών που φέρονται σαν αντίπαλοι, είναι φανερό πως δεν έχει σχεδόν καμιά σχέση με την αντίθεση που αποτελεί την πραγματική αιτία του πολέμου. Στην περίπτωση του Ιράκ, περνούσε η άποψη ότι έχουμε έναν εθνικό πόλεμο, ότι δηλαδή το "έθνος", των Αμερικανών, επιτίθεται (άδικα ή δίκαια) ενάντια στο "έθνος" των Ιρακινών. Υπέρ της άποψης αυτής, που στήριζε την ρητορεία ότι το Ιράκ είναι το νέο Βιετνάμ, συνηγορούσαν οι συμβολισμοί των εικόνων. Τα αεροπλανοφόρα, οι βομβαρδισμοί, η περιφρόνηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας η ίδια άποψη περνούσε ακόμα πιο εύκολα, καθώς -- παραβλέποντας την ιστορία της και την προφανή πολιτική θέση του ηγέτη της, Μιλόσεβιτς -- η Γιουγκοσλαβία είχε, στην κοινωνική συνείδηση, περίπου την θέση μιας λαϊκής δημοκρατίας. Αντίθετα, η άποψη ότι οι κοινωνίες των δύο χωρών βρίσκονται από την ίδια πλευρά του μετώπου, και εναντίον τους, από την άλλη μεριά του μετώπου βρίσκονται, από κοινού, παρά τις διαφορές τους, οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί των δυο χωρών, χλευαζόταν, από όλες τις πολιτικές τάσεις και κυρίως από την αριστερά.

Στην περίπτωση όμως της Παλαιστίνης και ειδικά στην περίπτωση της επιδρομής εναντίον του Λιβάνου, τα πραγματικά δεδομένα δεν βοηθάνε αυτό τον χλευασμό. Η ανυπαρξία απόστασης ανάμεσα στις κοινωνίες που υποτίθεται ότι αντιπαρατίθενται, δεν βοηθάει στην απόκρυψη της αλήθειας ότι οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές, ότι στην πραγματικότητα αποτελούν ήδη μια ενιαία κοινωνία, η οποία απλώς μαστίζεται από έναν καλλιεργούμενο εσωτερικό διχασμό. Η καλλιέργεια μάλιστα γίνεται από έναν εξουσιαστικό μηχανισμό, που στην πραγματικότητα πέρα από τις αναμενόμενες αντιπαλότητες είναι φανερά ενιαίος. Και τέλος ο οικονομικός ιστός που συγκροτεί τον πολιτικό μηχανισμό, ο οποίος μέχρι και τον Β' Π.Π. ήταν διαφορετικός για κάθε μεγάλη δύναμη, και περιοριζόταν στα όρια της, σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι ενιαίος.

Η έλλειψη, εν τέλει, πραγματικών στοιχείων που θα δικαιολογούσαν την αντιπαλότητα των "εμπολέμων κοινωνιών", αναγκάζει αυτούς που επιμένουν στην εθνικιστική ερμηνεία της Παλαιστινιακής σύγκρουσης, να υπερτονίζουν τις πολιτιστικές διαφορές. Με δυό λόγια, έρχονται να υιοθετήσουν την θεωρία του Χάντιγκτον -- τώρα που ο ίδιος την εγκαταλείπει -- οι οπαδοί της "διαπολιτισμικότητας" και πολέμιοι του "νεοφιλελευθερισμού", που την υποδέχτηκαν, όταν πρωτοεμφανίστηκε, σαν πολεμοχαρές νεοφιλελεύθερο παραλήρημα.

Η πανομοιότυπη στάση όλων των επίσημων και ανεπίσημων πλευρών της πολιτικής σκηνής και η εναγώνια προσπάθειά τους να αποκλείσουν ιδέες που δεν υποτάσσονται είτε στην λογική των δίπολων της κλασικής πολιτικής σκέψης, η οποία βολεύει τις παλιές πολιτικές δυνάμεις, είτε στο χάος της μεταμοντέρνας πολυφωνίας, λογική που υποβάλουν οι ΜΚΟ του ακτιβισμού και του εθελοντισμού, απαξιώνεται ουσιαστικά τόσο από την "κρίση" του Λιβάνου, όσο και από την "επίλυσή" της. Ο "πόλεμος" μεταξύ ενός υποτιθέμενου Ισραηλινού κράτους και μιας υποτιθέμενης αντιστασιακής πολιτικής οργάνωσης, παρουσιάζει μια ασυμμετρία που θα έβαζε σε σκέψεις ακόμα και τον πιο αφελή παρατηρητή των πολιτικών συγκρούσεων. Πρόκειται για έναν "πόλεμο" που στην ουσία του, και όχι απλά στην μορφή του, έχει αστυνομικό χαρακτήρα, σκοπεύει δηλαδή στην επιβολή μιας τάξης. Ως εκ τούτου, παραπέμπει στην βαθύτατη πολιτειακή κρίση (δηλαδή κρίση της έννοιας και της πρακτικής του κράτους), που εντελώς φυσικά μαστίζει το γερασμένο αστικό κοινωνικό σύστημα. Πρόκειται για έναν "πόλεμο" που θα έπρεπε να τον ονομάζουμε εμφύλιο, αν σ' αυτόν ήταν πραγματικά στρατευμένα δυο τμήματα μιας κοινωνίας που να έχουν, το καθένα, μια έστω και στοιχειώδη πολιτική ομοιογένεια, και, το ένα από το άλλο, μια έστω και στοιχειώδη διαφορά πολιτικής προοπτικής.

Το παράδειγμα, εν τέλει, της πρόσφατης στρατιωτικής σύγκρουσης στον Λίβανο, μέσα στο πλαίσιο των γενικότερων συγκρούσεων, μας αναγκάζει να σκεφτούμε, ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια πρωτοφανή όξυνση της παγκόσμιας πολιτειακής κρίσης. Είναι βέβαιο, όπως προκύπτει από τα διάφορα ιστορικά "συμφραζόμενα", ότι η σημερινή κρίση δεν αφορά μια μορφή πολιτικού συστήματος που αμφισβητείται από μια άλλη, όπως έγινε στον Β'Π.Π. (άσχετα από την διελκυστίνδα αν η αμφισβήτηση ήταν μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού ή μεταξύ φασισμού και κομμουνισμού). Σήμερα αμφισβητείται συνολικά η ίδια η κοινωνική προοπτική, σε οποιαδήποτε παραλλαγή της, η ίδια η ύπαρξη κοινωνικής προοπτικής.

Ιδιαίτερη σημασία εν τούτοις έχει το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε καν περιορισμένη στο περιθώριο μια έκφραση κάποιας επαναστατικής προοπτικής της κοινωνίας. Η ιδέα της προλεταριακής επανάστασης, ή μιας σημερινής επανάστασης αφηρημένα, που όπως πίστευαν, έστω και απατηλά, οι οπαδοί και οι πολέμιοί της, ήταν στην ημερήσια διάταξη στις παραμονές και στην διάρκεια του Β'Π.Π., σήμερα έχει γελοιοποιηθεί κυρίως από αυτούς που θεωρούν ότι την υπηρετούν. Το γεγονός όμως ότι καμιά σοβαρή συζήτηση πάνω στο ζήτημα μιας ενδεχόμενης ριζικής κοινωνικής αλλαγής δεν ευνοείται σήμερα, συνδυασμένο με το γεγονός ότι η κοινωνία δεν στρατεύεται πραγματικά στην πολιτική βία παρα μόνο σαν "κρέας για τις βόμβες", δείχνει ότι η "κοινωνική αλλαγή", ή δεν ανήκει πια στην σφαίρα του πιθανού, δεν δηλαδή ούτε σαν μακρινό ενδεχόμενο ή ότι δεν υπάρχει πια ούτε μια μικρή μερίδα στην κοινωνική βάση που να αντιτίθεται στην ιδέα μιας ριζικής κοινωνικής αλλαγής. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν η προσδοκία δεν εκφράζεται. Δεν υπάρχει δηλαδή ούτε μια μικρή μερίδα της κοινωνίας που δεν προσδοκά αυτή μια ριζική κοινωνική αλλαγή.

Ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη από τις παραπάνω εκδοχές μπορεί να "αποδειχθεί". Ωστόσο κάθε καινούρια σύγκρουση, κάθε νέα, μικρή ή μεγάλη, επίσημη ή ανεπίσημη, τρομοκρατική ενέργεια, κάθε σφαγή τελικά, φέρνει, κατά την γνώμη του γράφοντος, την ανθρωπότητα πιο κοντά στην επιβεβαίωση της δεύτερης εκδοχής, ότι δηλαδή η ριζική τροποποίηση της κοινωνικής οργάνωσης, είναι πολύ πιο βαθειά και πολύ πιο κοντά, από ότι ορισμένοι ελπίζουν και ορισμένοι άλλοι φοβούνται.

ΣΕΛΙΔΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ: ΤΟΠΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ